“Drink up one more time
And I'll make you mine
And keep you apart
Deep in my heart
Separate from the rest
Where I like you the best……”
Madeleine Peyroux
«......Εχω μια αντιληψη περι χρονου, οπως
και ο καθε ανθρωπος, επισης εχω και μια αντιληψη περι ψυχης, περι ομορφιας,
περι συμπαντος, περι Θεου, περι ερωτα, περι αλλων ανθρωπων και των δικων τους
αντιληψεων. Οπως ολοι οι ανθρωποι εχω και μια παραλλαγη του ανθρωπινου
εγωισμου, του εγωισμου που θεωρει οτιδηποτε συμβαινει στο περιβαλλον μου να
κατευθυνεται προς εμενα τον ιδιο, να γινεται για μενα. Μαλλον οπως ολοι οι
ανθρωποι δεν μπορω να απαλλαγω απο την ιδεα του οτι ειμαι το κεντρο του
συμπαντος, μαλλον, μιας και δεν μπορω να αντιληφθω οτι υπαρχουν απειρα ζευγαρια
ματια πισω απο τα οποια κρυβονται απειρα τετοια συμπαντα σαν το δικο μου, που
κι εκεινα με τη σειρα τους θεωρουν τον κοσμο ως μια σκηνη στην οποια εχουν
υποχρεωση και καθηκον να παιζουν μια ολοκληρη ζωη πρωταγωνιστικο ρολο. Εν τελει
μπερδευονται οι πρωταγωνιστες και οι κομπαρσοι και το αποτελεσμα ειναι απλα
ολοι να παιζουμε και να αυτοσχεδιαζουμε, χωρις σεναριο, ο ενας θεατης των αλλων
και ολοι του καθενος, με αγνωστο σκηνοθετη…
Δεν εχει υπαρξει στιγμη που να αμφιβαλλω
πιο πολύ για την εννοια του πεπρωμενου, οσο τωρα. Η ζωη είναι ένα συνολο από
επιλογες, από απεριοριστες επιλογες και διλημματα, σταυροδρομια και τυφλες
στροφες. Εχεις την επιλογη, σε κάθε στιγμη εχεις την επιλογη… Και παντα κατι να
θυσιασεις.
Ειναι οδυνηρο να σκεφτεσαι τετοια πραγματα
αφου εχεις επιλεξει ηδη.
Ποναει…»
Το ποτηρι
με το whiskey ακουμπαει σε μια στοιβα από λευκα
χαρτια, αδειο πλεον.
Εκεινος,
με βλεμμα χαμενο στο κενο, με το μολυβι να περναει ασταματητα από το ένα
δαχτυλο στο άλλο, είναι μια κινηση ασυναισθητη και ασταματητη. Το ρολοι εχει
σταματησει, μαλλον πρεπει να του αλλαξει μπαταρια.
Το πρωι.
Θα
μπορουσε όμως να εχει σταματησει και ο χρονος.
Δεν είναι
σιγουρος ότι ο χρονος δεν εχει σταματησει.
Μονο για
ένα πραγμα είναι σιγουρος, και το καταλαβε τη στιγμη που Εκεινη γυρισε και τον
κοιταξε στην πορτα.
Μονο που
δεν είναι σιγουρος ποια στιγμη ηταν αυτη.
Θα
μπορουσε να ηταν στην πορτα εκεινου του παιδικου δωματιου εκεινου του απροσδιοριστου
πλεον μωρου-οικοδεσποτη, εκει που την ειδε πρωτη φορα.
Θα
μπορουσε να είναι στην πορτα στο μικρο σαλονακι, τεσσερα βηματα διαδρομο από
την κουζινα εκεινου του σπιτιου, εκεινο το βραδυ.
Θα
μπορουσε να είναι στην πορτα του σπιτιου του, τη μερα που το ονειρο ζητησε
πολλα, ζητησε τα παντα.
Θα
μπορουσε να είναι στην πορτα της μικρης καφετεριας, μερικες ωρες πριν.
Δεν εχει
νοημα, ετσι κ αλλιως πλεον.
Δεν χρειαστηκε να πουνε πολλα. Τουλαχιστον
όχι με λογια. Τα τυπικα ηταν εκει να γεμισουν ουρλιαχτα Σιωπης αναμεμειγμενα με
σιωπη.
«-Τι κανεις?----Σ αγαπαω ακομα»
«-Μια χαρα εσυ?-Δεν σε ξεχασα ποτε»
«-Μια χαρα φαινεσαι-Θεε μου ποσο ομορφη εισαι»
«-Κ εσυ, ακομα σαν τον Χαρο
κυκλοφορεις?----Να ξερες ποσο μου εχεις
λειψει»
Δεν χρειαστηκε να δει το ποδι της που
ετρεμε κατω από το τραπεζι, η καρδια του συντονιστηκε με τις δονησεις.
Δεν ειπε τιποτα από οσα του εκαιγαν τα ματια,
τιποτα μα τιποτα απολυτως.
Ειχε φτασει ηδη κατω από το σπιτι του, και
εκανε την επιλογη του.
Στο
κρεβατι, αναμεσα σε μαυρα σεντονια και παπλωματα, τα αγαπημενα του, κοιμοταν η
Άλλη. Και δεν ηταν μονη, ηταν και Αυτό μαζι της. Μαζι τους.
Αγγιξε το
προσωπο του με το αριστερο του χερι, χαιδεψε τα γενια του. Επρεπε να ξυριστει.
Το πρωι.
Την ωρα που ανοιξε την πορτα και μπηκε μεσα
στο σπιτι η Αγγελικη τον περιμενε με ματια γεματα αγωνια. Επεσε πανω του.
Εκεινος χαμογελασε, και αυτή εκλαψε. Την πηρε αγκαλια, και σκεφτοταν ότι δεν
πηρε αγκαλια Εκεινη. Και αυτή εκλαιγε στην αγκαλια του, και τον κοιταξε με το
βλεμμα που δεν θελει να υποτασσεται, και του μιλησε για Αυτό που ζουσε μεσα της.
Και ο Αλεξανδρος
επελεξε για δευτερη φορα.
Δεν μιλησε για αυτό που ζουσε ακομα μεσα
του, για Εκεινη που ειχε ηδη μαζεψει τα πραγματα της αφηνοντας μια φωτογραφια,
δυο χαμογελα πανω σ ενα κρεβατι, πανω στο μαξιλαρι του 411. Η πορτα ηταν
ανοιχτη, και μεσα στο μπανιο η μεσηλικη γυναικα καθαριζε ότι θεωρουσε ότι
μπορουσε να καθαριστει. Όταν τη ρωτησε για την κοπελα που εμενε μεχρι πριν από
λιγο εκει, η γυναικα του εδωσε μια φωτογραφια που η νεαρη ειχε ξεχασει.
Ετσι ειπε.
Δεν χρειαστηκε καν να κοιταξει τη φωτο.
Δεν μιλησε
για αυτό, όχι, ποτε ξανα.
Στο κρεβατι, αναμεσα σε μαυρα σεντονια και
παπλωματα, τα αγαπημενα του, κοιμοταν η Άλλη. Και δεν ηταν μονη, ηταν και Αυτό
μαζι της.
Μαζι τους πλεον.
Ξαπλωσε διπλα της, αγγιξε τα μαλλια της,
της χαιδεψε το προσωπο.
Στο
σαλονι, το αντιγραφο του πινακα του Van Gogh, αυτο που μισουσε και φοβοταν η
Αγγελικη. Αστρα που ρεουν, ενα με τη γη,με εκεινο το σκοτεινο δεντρο, πυργο,
φωτια. Το δωρο Εκεινης. Στην πισω πλευρα του μια φωτογραφια, δυο χαμογελα πανω
σ ένα κρεβατι, και μερικες λεξεις με ένα μωβ στυλο.
Και εξω, nuit etoille
No comments:
Post a Comment