“Quite emotional
now....”
Ανοιξε τα
ματια της, πηρε βαθια ανασα. Το αεροπλανο ειχε απογειωθει οσο ομαλα γινοταν.
Χαζεψε το χωρο γυρω της, ανθρωποι γελαστοι, αγχωμενοι, ανακουφισμενοι. Μπορουσε
να ακουσει το ζευγαρι μπροστα της να λενε γλυκολογα ο ενας στον αλλον. Στο
βαθος του διαδρομου δυο αεροσυνοδοι μιλουσαν χαμηλοφωνα, χαμογελαγαν μαλλον με
καποιον γραφικο επιβατη, παντα βρισκονται τετοιοι σε καθε πτηση. Διπλα της, στα
αριστερα της, καθοταν μια μεσοκοπη κυρια, γυρω στα πενηντα πεντε, κοιταζοταν
μεσα σε ενα καθρεφτακι, διορθωνοντας την αψογη φαινομενικα κουπ της με μια
απαλη κινηση του χεριου. ‘Ομορφη γυναικα’ σκεφτηκε μεσα της και μαλλον αυτο
σκεφτοταν και η κυρια,καμαρωνοντας την εντονη αποχρωση του κοκκινου που ειχε
πετυχει η κομμωτρια, αποχρωση ικανη να αποσπασει την προσοχη απο τις εντονες
ρυτιδες στα ματια και στο μετωπο, -ανεπιθυμητο δωρο του Χρονου-, αυτο
τουλαχιστον εδειχνε το αυταρεσκο χαμογελο της. Μια απο τις δυο αεροσυνοδους,
ρωτουσε τωρα το ζευγαρι μπροστα τους αν θελουν κατι, με ευγενεια καθολου
προσποιητη, ταιριαστη με το αρχοντικο παρουσιαστικο της,-εικοσαχρονη,πανυψηλη,
με καστανοξανθα μακρια ως τη μεση μαλλια πιασμενα με μια κοκκινη
κορδελα,καταπρασινα ματια στο χρωμα του σμαραγδιου, τελεια οδοντοστοιχια-. Φτανοντας
στην κυρια διπλα της, η νεαρη αεροσυνοδος φορεσε το πιο ομορφο χαμογελο της
σκυβοντας ελαφρα απο πανω τους, απευθυνομενη και στις δυο.
«-Καλημερα
σας, ειναι ολα ενταξει; Θα παρετε κατι?»
«-Οχι
ακομα καλη μου σε ευχαριστω πολυ» Η κυρια εφερε το χερι στο στηθος ,«Τι καιρος
προβλεπεται σημερα καλη μου?»
«-Θα
εχουμε ενα ησυχο ταξιδι, ο καιρος θα ειναι αψογος, οτιδηποτε χρειαστειτε
μπορειτε να με ειδοποιησετε» Στραφηκε προς την κοπελα,το χαμογελο ακομα εκει,
λαμπρο και ειλικρινες. «Εσεις δεσποινις, θα παρετε κατι?»
Μια σκεψη:
‘Πρεπει να
ναι κουραστικο να εισαι τοσο τελεια’
Μια
απαντηση:
«-Ενα
ποτηρι νερο αν ειναι ευκολο παρακαλω»
Ενα
χαμογελο.
«-Αμεσως,
να εχετε μια ομορφη πτηση.»
Μια ομορφη
πτηση... ‘Το να πετας ειναι παντα ομορφο’ σκεφτηκε, ‘Στην προσγειωση χαλανε τα
πραγματα...’
Τη σκεψη
της εκοψε η κυρια στα αριστερα.
«-Παντα
ευγενικες οι κοπελες αυτης της εταιριας, εχουν γινει βηματα μπροστα, οχι οπως
παλια... Αλλα τι σου λεω, φαινεσαι πολυ μικρη για να ξερεις, ποσο εισαι καλη
μου? Εικοσι? Εικοσπεντε? Ελληνιδα ε? Σε καταλαβα εγω....»
Χαμογελασε
με καποια αμηχανια, δεν προλαβε να απαντησει ομως.
«-Ολη τη
ζωη μπροστα σου την εχεις, να μην αγχωνεσαι για την ηλικια σου, εχεις καιρο
ακομα, δες κι εμας... Στην Αθηνα για δουλειες? Ελπιζω για διασκεδαση...Ειναι
μικρη η ζωη για σκοτουρες...»
«-Θα
δειξει, δεν ξερω ακομα...» ηταν η μονη αντισταση που καταφερε να προβαλλει στο
χειμαρρωδη λογο που ακολουθησε απο την συμπαθεστατη συνταξιδιωτισσα, το μυαλο
της ηταν ομως ηδη στον προορισμο της. Ουτε δουλειες ουτε διασκεδαση. Ενα χρεος στον
εαυτο της... Το κλεισιμο ενος κυκλου...
Εδειξε οσο
κουρασμενη χρειαζοταν για να χασει την ορεξη της η κα Νικη, ετσι λεγοταν η
στυλατη κυρια με το κοκκινο μαλλι διπλα της, εβγαλε το cd player
απο το μαυρο μαλλινο τσαντακι της και ξαπλωσε πισω στο καθισμα της.
Χαμογελασε.
‘Ερχομαι....’
........«-Ο
κυβερνητης και το πληρωμα της πτησης απο
Ν.Υορκη με τελικο προορισμο την Αθηνα, σας ευχονται ενα καλο και ανετο ταξιδι,
το πληρωμα ειναι στη διαθεση σας για οτιδηποτε χρειαστειτε, ευχαριστουμε........»
“….Does it have to
be so cold…?”
«-Μωρο μου? Γυρισα... Εισαι εδω?»
Δεν ηρθε
απαντηση.
‘Που να
ειναι?’
Προχωρησε
γρηγορα προς την κουζινα, αναβοντας τα φωτα και κοιταζοντας γυρω. Το ρολοι
εδειχνε 10:30. Αφησε την τσαντα της στο τραπεζι, εβγαλε το παλτο της και το
ακουμπησε στην καρεκλα.
Ετρεξε στο
υπνοδωματιο, βγαζοντας βιαστικα και πετωντας στο διαδρομο τις γοβες της,
ξεκουμπωνοντας παραλληλα το λευκο πουκαμισο που φορουσε.
Γδυθηκε.
Σταθηκε
ορθια μπροστα στον μεγαλο καθρεφτη απεναντι απο το κρεβατι. Μαυρο παπλωμα,
μαυρα σεντονια, «Το φετιχ μου», ετσι της ειχε πει. Μονο σε αυτο ειχε προβαλλει
απαιτηση οταν αποφασισαν να μεινουν μαζι μετα απο 3 χρονια σχεσης. Σε αυτο και
στο γραφειο του, ηθελε να ειναι αυστηρα προσωπικο, κοινως, εκεινη δεν επρεπε να
αγγιξει τιποτα...Ναι, ηταν και ο πινακας στο σαλονι...
«-Δεν καταλαβαινω τι μυστικα μπορει να
κρυβεις εκει, αλλα αν μου το ζητησεις θα το σεβαστω»
«-Στο ζηταω Αγγελικη»
«-...............Ο,τι θες»
«-Θελω εσενα»
Στεκοταν
ορθια μπροστα στο μεγαλο καθρεφτη απεναντι απο το κρεβατι. Κοιταζοντας το γυμνο
ειδωλο της. Το βλεμμα της κινηθηκε απο τα μαυρα ισια μαλλια της, στις
λεπτομερειες του προσωπου της.
Μελια
ματια.
Λεπτα
χειλη.
Μικρη
μυτη, ελαφρως ανασηκωμενη.
Κοκκινα
μαγουλα.
‘Ειμαι
ομορφη αραγε;’
«-Με βρισκεις ομορφη?
«-Μη ρωτας αηδιες.»
«-Απαντησε μου, δεν ειναι αστειο...»
«-Ελα δω... Κοιταξε μεσα στα ματια μου, τι
βλεπεις?»
«-Τι να δω, δυο ματια....»
«-Ελα, κοιταξε καλυτερα»
«Βλεπω...εμενα...»
«Λενε πως τα ματια ειναι ο καθρεφτης της
ψυχης... Μολις ειδες το πιο ομορφο κομματι της δικης μου»
Το πιο
ομορφο κομματι...Το χερι της αγγιξε το λαιμο της, απαλα. Ανατριχιασε. Ενιωσε
ενα ριγος στο στηθος της. Πηρε βαθια ανασα. Το χερι της κατεβηκε στον οφαλο της
και σταθηκε εκει. Το βλεμμα της ομως συνεχισε, στο εφηβαιο, στα γονατα, στα
δαχτυλα του ποδιου της...Μετα η αντιστροφη πορεια... Εμοιαζε σαν να προσπαθουσε
να επικοινωνησει με το σωμα της, μεσω του ειδωλου της. Επρεπε να το
ξαναγνωρισει,ειχε αλλαξει, δεν ηταν μονο δικο της πια...
Το χερι
της βρισκοταν ακομα στην κοιλια της.
«-Πειτε μου γιατρε, υπαρχει κατι το
ανησυχητικο?»
«-Τιποτα το ιδιαιτερως ανησυχητικο, εξοδα
μονο δειχνουν οι εξετασεις»
«-Εξοδα....?Τι....? Τι εννοειτε....?»
«-Για το παιδικο δωματιο»
Χαμογελασε.
No comments:
Post a Comment