Pages

01/05/2012

Nuit Etoille iv


“…Still the water runs clear in my mind…”

«-Ειμαστε ενταξει δεσποινις Μελα. Το δωματιο σας ειναι το 411, εκτος οροφος.»
«-Πολυ ομορφα»
«Θα χρειαστειτε βοηθεια με τις αποσκευες?»
«-Οχι, ευχαριστω, δεν ειναι ιδιαιτερα βαριες»
«-Να εχετε μια ευχαριστη διαμονη, οτιδηποτε χρειαστειτε καλεστε το μηδεν απο το δωματιο σας για να συνδεθειτε με τη ρεσεψιον»
«Ειστε πολυ ευγενικος, καλο βραδυ»
«Χαρα μου»

Προχωρησε προς το ασανσερ. Το λομπυ του ξενοδοχειου ηταν αδειο, αν και δεν ηταν τοσο αργα. Κοιταξε το ρολοι, 9:45. Περιμενε λιγα λεπτα μεχρι να κατεβει το ασανσερ χαζευοντας το χωρο γυρω της. Της αρεσε να το κανει αυτο. Ο ευγενικος κυριος που της ειχε δωσει το κλειδι πριν απο λιγο, πληκτρολογουσε ακομα κατι στον υπολογιστη. Υπολογισε την ηλικια του γυρω στα 45, μαλλον τον προδιδαν τα γκριζα μαλλια στους κροταφους. Συγχρονως του εδιναν και μια γοητεια, γιατι ολες οι γυναικες βρισκουν γοητευτικους τους γκριζους κροταφους? Η τηλεοραση ηταν ανοικτη,δεν ειχαν τελειωσει οι ειδησεις ακομα, πολιτικοι σε παραθυρα διαπληκτιζονταν, με εντονο υφος…
Χαμογελασε. Δεν ειχαν αλλαξει πολλα πραγματα τελικα.

Μπηκε στο ασανσερ.

411. Ανοιξε την πορτα, και εψαξε την ειδικη υποδοχη για την καρτα.

Φως.

Εβγαλε το τζιν μπουφαν της. Αφησε τη μικρη βαλιτσα της κατω, διπλα στο μεγαλο κρεβατι και το μαλλινο τσαντακι της στο κομοδινο. Εριξε μια ματια στο μπανιο, στις ντουλαπες. Βγηκε στο μπαλκονι.

‘Ομορφα, πολυ ομορφα’

Αθηνα... Αφησε το βλεμμα της να γυρισει σε ολο το οπτικο της πεδιο, Λυκαβηττος, Παρθενωνας. Πολυχρωμα φωτα σε ολα τα μπαλκονια, τα σπιτια στολισμενα για τα Χριστουγεννα...Αυτοκινητα, παντου, Παρασκευη βραδυ αλλωστε, ο κοσμος εβγαινε να διασκεδασει.
‘Τι ομορφα που ειναι... Μου ειχε λειψει η Αθηνα, το σπιτι μου...’
4 χρονια.
Η καρδια της σφιχτηκε λιγο, ειναι πολυς ο καιρος.
Οχι τωρα ομως, δεν ηρθε γι αυτο.
Ανατριχιασε, κρυωνε. Μπηκε μεσα, καθισε στο κρεβατι. Απλωσε το χερι στην τσεπη του μπουφαν, εβγαλε το πορτοφολι της.
Μια φωτογραφια. Εκεινη και ο Αλεξανδρος.
Δυο χαμογελα πανω σ ενα κρεβατι. Εκεινος, στα μαυρα, μαυρο ζιβαγκο, μαυρο παντελονι , με καστανα κοντα μαλλια... Αυτα τα καταμαυρα ματια...Εκεινη, φοραγε ενα μπορντω πουλοβερ, τα αγαπημενα της τοτε πρασινα κοκκαλινα γυαλια, τα μαλλια λυτα, μακρια ,σκουρα καστανα...

Θυμοταν τη στιγμη σαν να ηταν πριν απο ενα λεπτο.

4 χρονια.

Στο σπιτι της, στο δωματιο της, εκεινος στο κρεβατι, εκεινη στο γραφειο.
‘-Δεν εχουμε βγαλει μια φωτογραφια μαζι το ξερεις?’
‘-Δεν χανουμε και τιποτα...’
‘-Ελα ρε Λενακι μου, πρεπει να το κανουμε θεμα κι αυτο? Τι ζητησα? Θα την παρω εγω, να μη την βλεπεις. Ελα...’
Ειχε ρυθμισει τη φωτογραφικη, ετρεξε διπλα του, την ειχε παρει αγκαλια, ετρεμε το κορμι της, το θυμαται σαν τωρα...
Φλας.
‘-Αυτο ηταν, επαθες τιποτα?’
‘-Τι καταλαβες τωρα?’
‘-Σταματα να γκρινιαζεις καρδια μου και φιλησε με’
Φιλι.
Χαδι.
Ερωτας.

Ξαπλωσε πισω στο κρεβατι. Ειχε περασει πολυς καιρος.
Ειχε τολμησει τελικα, παραμεριζοντας τους φοβους της.
Και εκεινον.

‘-Το ονειρο ζηταει πολλα, συγνωμη’

Και μετα ειχε φυγει. Δεν ειχαν ξαναμιλησει, δεν την αφησε να του πει αντιο, το βλεμμα του μονο θυμαται, αυτο το σκοτεινο βλεμμα, που τοσο αγαπουσε και τοσο φοβοταν.
Ειχε δυναμη και μελαγχολια σε αυτο το βλεμμα, και ωρες ωρες τοση αγαπη που την τρομαζε. Αγαπη που τη βαραινε σαν ευθυνη αν και εκεινος δεν ζητησε ποτε τιποτα για ανταλλαγμα... Ηθελε να ειναι παντα τελεια μπροστα του, μαλλον δεν το ηθελε, απλα ετσι ενιωθε οτι επρεπε να γινει...

Ξανακοιταξε τη φωτογραφια... Ειχε περασει πολυς καιρος πραγματικα... Θα μπορουσε να περιμενει αλλη μια νυχτα μεχρι να τον ξαναδει, δεν εκανε τοσο δρομο αδικα απο τη Ν.Υορκη, γι’αυτον ειχε ερθει, για να κλεισει εναν κυκλο, 4 χρονια μετα.
Σηκωθηκε.
Κοιταξε εξω.
Μια νυχτα γεματη αστερια...

No comments:

Post a Comment