Pages

01/05/2012

Nuit Etoille vii


“Uber allen Gipfeln
Ist Ruh
In allen Wipfeln
Spurest Du
Kaum einen Hauch ;
Die vogelen schweigen im walde
Warte nur, balde
Ruhest du auch

«Πανω απο ολες τις κορυφες
υπαρχει σιωπη
Ψηλα σε ολα τα δεντρα
νιωθεις
Μολις μια ανασα
Τα πουλακια σωπαινουν στο δασος
Κανε υπομονη, γρηγορα
Κι εσυ θα γαληνεψεις...»

Γκαιτε


«-Αλεξανδρε..? Αλεξανδρε ξυπνα... Το τηλεφωνο σου χτυπαει, Αλεξανδρε...?»

Πεταχτηκε στο κρεβατι. Χρειαστηκαν λιγα δευτερολεπτα για να καταλαβει που βρισκοταν. Κοιταξε γυρω του, ενα δωματιο, βιβλια στον τοιχο απεναντι του, στην πορτα του δωματιου στεκοταν μια κοπελα χαμογελαστη με το κινητο του στο χερι. Εξω ηταν μερα. Τι ωρα ειναι?

«-Τι ωρα ειναι?»
«-Ελα Αλεξανδρε παρε το τηλεφωνο, η Αγγελικη σου ειναι, πιασε.»

Η μελωδια επεμενε, εκνευριστικη.Απλωσε το χερι στα ποδια του και πηρε το κινητο, πατησε ενα κουμπι, και το κινητο εμεινε βουβο να αναβοσβηνει. Δεν κοιταξε καν την οθονη.

«-Δεν εχω ορεξη τωρα. Τι ωρα ειναι?»

Η κοπελα ακομα χαμογελαγε, καθως κοιταζε τον Αλεξανδρο αγουροξυπνημενο στο κρεβατι να τριβει τα ματια του. Με μια κινηση βρεθηκε πανω του και τον φιλησε τρυφερα.

Ο Αλεξανδρος την αγκαλιασε σφιχτα.

«-Γιατι δεν σηκωνεις το τηλεφωνο ρε καθαρμα?»
«-Δεν εχω ορεξη να μιλησω τωρα.»
«-Τι, σε πιανουν οι τυψεις σου?»
«-Δεν θα ημουν εδώ καν αν ειχα τυψεις για την Αγγελικη και το ξερεις.»
«-Το ξερω, γι αυτό και απορω τι σου εκανε η κοπελα»
«-Δεν είναι ωρα για γυναικεια αλληλεγγυη Μαρακι μου, για ένα καφε παλι όμως…»

Τον χαστουκισε.
Σα χαδι ηταν.

Τα ματια της ελαμπαν καθως τον κοιταζε χαμογελωντας. Του χαιδεψε τα αξυριστα μαγουλα, με το δαχτυλο της αγγιξε τα χειλη του.

Με μια αποτομη κινηση πεταχτηκε πανω και ετρεξε στην κουζινα.

Ο Αλεξανδρος ισα που προλαβε να κοιταξει το νεανικο κορμι της, καθως εξαφανιστηκε μεσα στο ημιφως του δωματιου. Χαμογελασε.


Το τηλεφωνο αρχισε ξανα να χτυπαει, ξανα το κουμπι και εμεινε ξανα βουβο να αναβοσβηνει. Ο ηχος από ντουλαπια που ανοιγοκλειναν ακουγοταν από την κουζινα, ο ηχος από τους ανθρωπους και τις ζωες τους εξω από το παραθυρο. Ο Αλεξανδρος επεσε ξανα στο μαξιλαρι.
Ηταν ένα καταφυγιο αυτό το μαξιλαρι, και αυτό το σπιτι και αυτή η ομορφη κοπελα που μισογυμνη του εφτιαχνε καφε.

Η Μαρια, φοιτητρια, κορη παιδικου φιλου του πατερα του Αλεξανδρου, την ειχε δει να μεγαλωνει, να γινεται από κοριτσι γυναικα, μαλλον εγινε πολύ ωραια γυναικα για να αντισταθει ακομα και αυτος, ο δυσκολος.

«Αγαπω τη ζωντανια της. Αγαπω το χαμογελο της. Ναι, και το υπεροχο κορμι της, πρεπει να μου το θυμιζεις αυτό αιωνιε κυνικε?»

Ο δρομος του τον εβγαλε στο σπιτι της, χτυπησε το κουδουνι, του ανοιξε, δεν ειπε κουβεντα, την σηκωσε στην αγκαλια του, της εβγαλε τα ρουχα, την ακουμπησε στο τραπεζι… Εκεινη δεν παραπονεθηκε, ποτε δεν παραπονιοταν εξ αλλου. Τον κοιταζε παντα με σεβασμο, ο Αλεξανδρος το καταλαβαινε αυτό, και σε στιγμες ενιωθε ότι το εκμεταλλευοταν. Ηταν ειλικρινης όμως, και χρειαζοταν ένα καταφυγιο, έναν ανθρωπο που δεν απαιτουσε ποτε τιποτα, μονο ενιωθε.

Ο Αλεξανδρος θα ηθελε μονο να νιωθει, να μη σκεφτεται.

«-Θες φρυγανια?»

Η σκεψη: Θελω να μεινω εδώ.
Η απαντηση: «Όχι καλο μου, ελα δω»

«Περιμενε ντε, να γινει ο καφες, κι ερχομαι»

Χαμογελαει, καλα αρχιζει αυτή η μερα, ευτυχως διαλυθηκαν οι δαιμονες. Δεν θα πει τιποτα στο Μαρακι, κι εκεινη δεν θα ρωτησει, Θα πιει τον καφε, θα τη φιλησει τρυφερα και θα φυγει, ετσι απλα.

«Ευτυχως που ηρθα εδώ.»

Τριβει την κοιλια του με ευχαριστηση, το κινητο χτυπαει για τριτη φορα, η Αγγελικη ανησυχει, μαλλον ηρθε η ωρα να το σηκωσει.
Ταπεινες σκεψεις ενώ το χερι ψαχνει στα σεντονια.

«-Ελα αγαπη μου, να σε παρω εγω σε λιγο?»

Μια φωνη αγνωστη στην άλλη ακρη της γραμμης. Αγνωστη μονο για δεκατα του δευτερολεπτου, μπαινει μεσα στο μυαλο του, πυροδοτει εκρηξεις, όπως το προηγουμενο βραδυ, το κορμι του γεμιζει αδρεναλινη ξανα και τρεμει από τα υπογεια του Είναι και του Ηταν και του Παντα θα Είναι, αυτά που νομιζε πως κλειδωνε τοσο καλα. Δεν είναι αγνωστη η φωνη.

Το ονομα του με ένα ερωτηματικο. Δεν είναι αγνωστη η φωνη.

Σηκωνεται και ανακαθεται στο κρεβατι με το βλεμμα στο απειρο. Στην πορτα η ομορφη κοπελα με το ημιγυμνο νεανικο κορμι κρατωντας ένα δισκο στα χερια τον κοιταει, τρομαγμενη από το υφος των ματιων του.

Δεν είναι δυνατον.

«-Ελενη?»




“Protect me from what I want...

Protect me protect me

Maybe we're victims of fate
Remember when we'd celebrate
We'd drink and get high until late
And now we're all alone


                                  Placebo




Κοιταξε το ρολοι της στο δεξι της χερι. Ο Αλεξανδρος εχει αργησει.

Μηπως το μετανιωσε αραγε?
Μπα, συνηθως αργει ο Αλεξανδρος.

Κοιταει ξανα το ρολοι της, κοιταει γυρω της, το μικρο καφε είναι σχεδον αδειο, ένα ζευγαρι μονο καθεται μερικα τραπεζια πιο περα, αυτός, μακρυμαλλης, μουσατος, ατημελητος, με βλεμμα που ψαχνει απαντηση, αυτή, γλυκεια, αερατη, ολο της το σωμα, η σταση, ένα μηνυμα, «σε θελω», το βλεμμα της χαζευει διαρκως το χωρο, το κινητο της, τα παντα εκτος από τα ματια του.

Μα γιατι απλα δεν τον κοιταει στα ματια?

Η Ελενη θυμαται.

Ξενυχτι, χορος και τραγουδι.
Παρτυ από τα παλια καλα, και ηταν ολοι εκει. Μετα από ωρες χορου, μουσικης, ποτου, τελειωσε κι αυτο όπως κάθε φοιτητικο παρτακι που σεβεται τον εαυτο του, βγηκαν οι κιθαρες -ο Μιχαλης και ο Παναγιωτης παντα τις ειχαν προχειρες- και οσοι ειχαν μεινει ξαπλωσαν στο πατωμα και στους καναπεδες και τα μαξιλαρια, αλλοι μουρμουριζοντας, αλλοι τραγουδωντας δυνατα. Η Ελλη αγκαλια με το Νικολα, η Δαφνη σταθερα σε μια γωνια μεθυσμενη, όπως συνηθως.

Η Ελενη παει να βαλει σφηνακια, τεκιλα για ολους, βοτκα για τον Αλεξανδρο. Παλι σιωπηλο αυτό καθεται αυτό το παιδι, μια ζωη ξενερωτος…

Χαμογελαει… Αχ ρε Αλεξ…
Παιρνει το δισκο με τα σφηνακια, μεσα ακουγονται φωνες και γελια, τι να κανουν παλι τα παλαβα? Τεσσερα βηματα στο διαδρομο και ξανα μπροστα της το σαλονακι.

Ο Αλεξανδρος με την κιθαρα στα χερια.
Ο Αλεξανδρος παιζει?


Ειχε μεινει σοκαρισμενη στην πορτα και τον κοιταζε, όπως και ολοι οι υπολοιποι. Μια παρεα μεγαλη ηταν, χρονια μαζι, και όμως κανεις τους δεν ηξερε ότι ο Αλεξανδρος επαιζε και τραγουδουσε και μαλιστα τοσο καλα… Μια φωνη ζεστη, τρυφερη, και ξαφνικα ο «ξενερωτος» εγινε στα ματια της Ελενης ενας άλλος ανθρωπος.

Ο καλυτερος της φιλος εγινε ενας άλλος ανθρωπος.

Τραγουδουσε με κλειστα τα ματια, μεχρι εκεινη τη στιγμη που ανοιξε τα ματια και γυρισε το κεφαλι του, προς την ορθια ακομα στην πορτα Ελενη.

Χωρις να χαμογελασει, χωρις να κουνησει ένα μυ από το προσωπο του, την κοιταζει, δυο μαυρα ματια καρφωμενα στα δικα της, και ενας δισκος γεματος σφηνακια τρεμει στα χερια της.

Δεν εχει δει πιο σκοτεινο βλεμμα.



Η Ελενη παιρνει βαθια ανασα, και απο την τζαμαρια κοιταει εξω το δρομο. Ένα ξαφνικο αγχος κανει το στομαχι της να συσπαται ελαφρα. Απλωνει το χερι στο μαλλινο τσαντακι της και βγαζει ένα πακετο τσιγαρα. Νιωθει μια ξαφνικη επιθυμια για τουαλετα. Ένα ριγος διαπερναει τον αυχενα της.


Το παρτυ εχει τελειωσει εδώ και ωρα, οι περισσοτεροι εχουν φυγει πια, η Ελλη με το Νικολα κοιμουνται αγκαλια στον καναπε, ενώ ο Αλεξανδρος βαζει τη Δαφνη για υπνο στο κρεβατι της Ελενης, η οποια εχει βγει εξω στο μπαλκονακι κοιταζοντας το δρομο. Προσπαθει να ζεστανει τα μπρατσα της που τρεμουν με τις παλαμες της, η ανασα της γινεται ατμος και χανεται, οι σκεψεις της το ιδιο.

«-Όλα ενταξει, κοιμαται σαν πουλακι»
«-Τη σκεπασες;»
«-Εννοειται Ελενη μου. Εχει ψυχρουλα ετσι?»
«-Ναι…»
«-Εσυ τρεμεις, να σου φερω κατι;»
«-Όχι, παρε με αγκαλια απλα»

Τρομαξε με τα λογια της την ιδια στιγμη που τα προφερε. Γιατι ενιωσε ότι υπηρχε κατι διαφορετικο πλεον αναμεσα στις λεξεις. Στο μυαλο της ειχε εκεινο το βλεμμα, εκεινη τη φωνη, που ακουγε τωρα διπλα στο αυτι της, καθως ο Αλεξανδρος ειχε περασει τα χερια του πανω από τα δικα της και την εσφιγγε πανω του.

«-Από ποτε παιζεις και τραγουδας εσυ;»
«-Μη φανταστεις… Τι παθατε ολοι πια, τοσο περιεργο είναι; Να μην το ξανακανω αν είναι να απορειτε ολοι»
«-Λογικο δεν είναι; Σε ξερω τοσα χρονια, εισαι ο καλυτερος μου φιλος και δεν μου εχεις πει τιποτα, είναι δυνατον;»
«-Πολλα δεν σου εχω πει Ελενη»

Τωρα δεν ηταν η Ελενη που ετρεμε. Τουλαχιστον ετσι της φανηκε.

«Κρυωνεις Αλεξανδρε, θες να παμε μεσα?»

Ο Αλεξανδρος δεν απανταει, νιωθει την ανασα του στο λαιμο της ετσι όπως στεκεται πισω της. Ριχνει το κεφαλι της πισω, να τον κοιταξει.

«Ε Αλεξανδ…»
«Το τραγουδι αυτό ηταν για σενα»
«Τι;»

Η Ελενη γυριζει αποτομα, χωρις ο Αλεξανδρος να την αφηνει από την αγκαλια του, και αυτό που ετοιμαζεται να πει γινεται ατμος, γινεται ένα με την ανασα του και χανεται στο κρυο γιατι βλεπει τα ματια του, και υστερα μενει εκει, ακινητη, να τον κοιταει, μολις μερικα εκατοστα μακρια του, χανεται μεσα σε αυτό το σκοτεινο βλεμμα, προσπαθωντας να καταλαβει κατι που ηδη ξερει, προσπαθωντας να μην κοιταξει τα χειλη του φευγαλεα, να μην κλεισει τα ματια, δεν πρεπει να κλεισει τα ματια…


Η Ελενη ανοιγει τα ματια, γιατι νιωθει αλλα ματια καρφωμενα πανω της.
Γυριζει το κεφαλι προς την πορτα. Δεν παρατηρει το ποδι της που ανεβοκατεβαινει σε ενα τρελλο ρυθμο, ιδιο με της καρδιας της.

Δεν εχει δει πιο σκοτεινο βλεμμα.




No comments:

Post a Comment