‘I
admit I’ve lost control…’
Το Ονειρο.
Η Αγγελικη
πεταχτηκε πανω, αναμεσα στα μαυρα παπλωματα. Ειχε ιδρωσει. Ετρεμε. Το βλεμμα
της τρομαγμενο εψαξε γυρω στο δωματιο για να συνειδητοποιησει ο νους της που
βρισκοταν. Επεσε στο μαξιλαρι. Αισθανοταν ενα ανακατεμα στο στομαχι. Την
ξαναπηρε ο υπνος.
Οταν
ανοιξε παλι τα ματια της ειχε ξημερωσει.
Απλωσε το
χερι της στο κεφαλι της, μαζευοντας τα ανακατεμενα μπροστα στα ματια της μαλλια
προς τα πισω.
Τα ματια
της καρφωθηκαν στο ταβανι, στις σκιες απο τις μισανοιχτες γριλλιες των
παραθυρων.
Εφιαλτης?
Γυρισε
προς το αριστερο μισο του κρεβατιου, απλωνοντας το χερι.
Ο
Αλεξανδρος δεν ηταν εκει. Υπηρχε κατι αλλο ομως.
Ανασηκωθηκε
στηριζοντας το βαρος του κορμιου της στον αγκωνα της. Ξαφνικα ειχε κρυο.
Πανω στο
μαξιλαρι του Αλεξανδρου, ενα λευκο τριανταφυλλο και ενα σημειωμα σε ροζ χαρτι.
Ο καπνος
του τσιγαρου ανεβαινει ηρεμα προς τα πανω. Μια κοκκινη κουπα διπλα γεματη ζεστο
καφε. Το ρυθμικο τικ-τακ των δυο ρολογιων, ενα στο καθιστικο, ενα στην κουζινα.
Τικ.
Τικ.
Τακ.
Τακ.
Υπαρχουν
αραγε στον κοσμο δυο ρολογια που να δειχνουν ακριβως την ιδια στιγμη?
«Ηρθα αργα Αγγελικη
μου, δεν κοιμηθηκα και εφυγα το πρωι, εχω να ρυθμισω τις τελευταιες
λεπτομερειες της παρουσιασης... Δεν μου εκανε καρδια να σε ξυπνησω. Μην ανησυχεις,
θα τα πουμε αργοτερα, καλημερα...
Καλα ειμαι.
Σ’αγαπω.
Αλεξανδρος»
Τραβηξε
μια βαθια ρουφηξια απο το τσιγαρο της αφου αφησε το ροζ χαρτι πανω στο τραπεζι.
Η σκεψη της σταματησε για αρκετη ωρα. Το βλεμμα της καρφωμενο στο κενο, ενα με
το κενο, κενο.
Σιγα σιγα
οι σκεψεις αρχισαν να ξυπνανε ξανα, και να πεφτουν η μια πανω στην αλλη,
συνθετοντας με ταξη τα γεγονοτα της νυχτας στο μυαλο της. Ο Αλεξανδρος δεν
κοιμηθηκε το βραδυ. Ηταν εδω ομως. Γυρισε αργα, εκατσε λιγο. Πρεπει να
τακτοποιησει την παρουσιαση. Η παρουσιαση ειναι αποψε. Ο Αλεξανδρος δεν εχει
κοιμηθει. Θα τα πουμε αργοτερα, ειναι καλα. Θα με παρει. Δεν θα κοιμηθει ολη
μερα. Γιατι ξενυχτησε? Που ηταν? Ηταν εδω. Μ’ αγαπαει.
Σηκωσε το
κεφαλι, το τσιγαρο ειχε σβησει στο τασακι. Ο καφες, χλιαρος. Το ρυθμικο τικ-τακ
απο τα δυο ρολογια ασταματητο, ασυντονιστο.
Τικ.
Τικ.
Τακ.
Τακ.
Υπαρχουν
αραγε δυο ρολογια στον κοσμο που να δειχνουν ακριβως την ιδια στιγμη?
Βλεφαρα κλειστα, μιση στιγμη. Τικ-Τικ
Το Ονειρο. Εκεινη.
Εκεινος. Δυο ζευγαρια ματια, δυο κοσμοι που χυνονται ο ενας μεσα στον αλλον και
κανουν το Ενα, ενας Θηλυκος και ενας Αρσενικος. Και στον Θηλυκο κοσμο ηταν
κρυμμενος ενας Τριτος κοσμος, απροσδιοριστης ταυτοτητας ακομα, ζωντανος ομως,
ολοζωντανος... Και Εκεινος το ειδε. Και τρομαξε. Και εφυγε. Και εκεινη εμεινε
μονη, και οχι μονη, και τα παντα σκοτεινιασαν και εγινε ζεστη, και κολυμπαγε,
και δεν ηταν Εκεινη, ηταν Αυτο, και Αυτο ηταν Εκεινη και Εκεινος, και κολυμπαγε
σε μια λιμνη κοκκινη, αιμα. Αιμα?
Βλεφαρα ανοιχτα, μιση στιγμη. Τακ-Τακ
Σηκωθηκε,
πηγε στο καθιστικο, ανοιξε το στερεοφωνικο. Ο ηχος της μουσικης τη χαλαρωσε.
Εκλεισε τα ματια της, σηκωσε τα χερια ψηλα και αρχισε να περπαταει μεσα στο
δωματιο, γυρω απο το τραπεζι, αναμεσα στους λευκους καναπεδες. Περπαταγε με το
ρυθμο της μουσικης, εμπαινε στους ηχους, στις νοτες.
Οταν
ξανανοιξε τα ματια της ειχε παρει τον ελεγχο του εαυτου της. Ηξερε οτι ο
Αλεξανδρος δεν ηταν καλα. Ηταν ενας καταξιωμενος συγγραφεας, ιστοριες εφτιαχνε,
επιμελημενα παραμυθια με γαρνιτουρα αιωνιων συναισθηματων, και το εκανε καλα, ομως
δεν μπορουσε να πει ψεματα, οχι σε εκεινη τουλαχιστον. Ηταν οι λεξεις, ηταν η
συνταξη, υπηρχε κατι βεβιασμενο στο λογο του οταν ειχε κατι να κρυψει, και αυτο
φαινοταν ακομα και στα σημειωματα που εγραφε...
Αφελης δεν
ηταν. Δεν χρειαζοταν σημειωματα για να καταλαβει οτι μια πλευρα του αντρα της
ζωης της ηταν ερμητικα κλειστη για εκεινη. Το γεγονος οτι συνεβαινε το ιδιο για
ολο τον κοσμο δεν την καθησυχαζε. Ηταν μια πορτα που ειχε κλειδωσει, και ειχε
σκεπαστει με πεπλα αραχνουφαντα κι ομως τοσο βαρια, κουρτινες αγαπης, ηρεμιας,
υπομονης, ανεκτικοτητας, σεβασμου, που εκρυβαν την εισοδο σε κατι ξεχασμενο.
Ζωντανο? Κατι που κλειδωνεις ηταν καποτε ανοιχτο. Κατι που κλειδωνεις και
κρυβεις το φοβασαι. Δεν φοβασαι κατι νεκρο. Απλη λογικη.
Η Αγγελικη
ειναι ενας πρακτικος ανθρωπος. Καθε προβλημα εχει παραπανω απο μια λυσεις, και
απο τις προσφερομενες, μια ειναι η καλυτερη.
Οταν ειχε
γνωρισει τον Αλέξανδρο δεν ειχε εντυπωσιαστει ιδιαιτερα απο τον τυπο του, απο
τον χαρακτηρα του, απο το στυλ του. Μια διακριτικη παρουσια, σχεδον αδιαφορη
για τα γουστα της, αρκετα ευγενικος ωστε να μην τον θυμασαι την επομενη μερα,
οσο απομακρος χρειαζοταν ωστε να σου κινησει την περιεργεια. Γνωριστηκαν απο
εναν κοινο φιλο, για την ακριβεια δικο της φιλο,συναδελφο δικηγορο, απλα γνωστο
για τον Αλεξανδρο (οι διαβαθμισεις του για τις ανθρωπινες σχεσεις), ο οποιος
της μιλησε για εναν νεαρο συγγραφεα, ταλεντο, γοητευτικο, τζεντλεμαν και κυριως
ελευθερο με τον οποιο συνεργαζοντουσαν εκεινο το διαστημα για την επιμελεια
ενος κειμενου για καποιον τριτο –ουτε που θυμαται τωρα, τα ονοματα μικρη
σημασια εχουν βεβαια-. Στον Αλεξανδρο ειχε γινει βεβαια μια παρομοια, ισως
αντρικου τυπου, περιγραφη για εκεινη. Νεα, ωραια, δικηγορος, μονη, ψαχνει.
Με
δυσκολια επεισε την Αγγελικη να βγουν οι τρεις τους, δεν της αρεσαν αυτα τα
ραντεβου γνωριμιων σε κουλτουριαρικα στεκια, «με ψωναρες που γραφουν ενα βιβλιο
της κακιας ωρας και νιωθουν οτι τους αξιζει το Νομπελ, και πουλανε και
χαρακτηρα», ετσι ειχε απαντησει αρχικα. Το γεγονος οτι δεν ειχε γνωρισει
κανεναν συγγραφεα τετοιου ειδους, κανεναν συγγραφεα γενικοτερα, δεν ειχε καμια
σημασια εκεινον τον καιρο. Οπως και να ειχαν τα πραγματα, ενεδωσε στην πιεση
και ακολουθησε τον Κωσταντινο «για να του κανει τη χαρη».
Ο Κωσταντινος...
Ειχε σκοτωθει 3 βδομαδες μετα σε αυτοκινητιστικο δυστυχημα.. Ηταν λες και η
αποστολη του στη ζωη ηταν μονο να τους φερει κοντα...
Ο
υποψηφιος ειχε καθυστερησει, και η Αγγελικη το ειχε ηδη μετανιωσει. Ειχε
φορεσει τα αγαπημενα της, ασπρο πλεκτο πουλοβερ, το αγαπημενο της μωβ φουλαρι,
ενα απλο τζιν παντελονι. Καπνιζοντας με στυλ, κοιταζε γυρω τους διαφορους
θαμωνες που και αυτοι με τη σειρα τους κοιταζαν τους υπολοιπους. Και τοτε ηρθε
εκεινος. Ο φιλος της σηκωθηκε με ενα τεραστιο χαμογελο, ο Αλεξανδρος ντυμενος
στα μαυρα απο πανω μεχρι κατω, παλτο, πουκαμισο, παντελονι, παπουτσια, ολα
μαυρα.
‘-Καλησπερα, συγνωμη
που αργησα.’
Καμια δικαιολογια.
‘-Ελα, δεν πειραζει,
ελα να σου γνωρισω την καλη μου φιλη, Αγγελικη, ο Αλεξανδρος.’
‘-Καλησπερα Αγγελικη’
Το απλωμενο χερι,
ζεστο κραταει το δικο της, το βλεμμα του καρφωνεται στο δικο της.
‘-Καλησπερα’
Δεν εχει δει πιο
σκοτεινα ματια.
Ηταν το
πρωτο πραγμα που της κινησε το ενδιαφερον. Αυτο που δεν της αρεσε ηταν η σχεδον
επιδεικτικη αδιαφορια του για την ουσια της βραδιας, δεν εκανε ουτε μια κινηση
για να επιδειξει ενδιαφερον, χωρις σε οποιαδηποτε στιγμη να την προσβαλλει. Η
συζητηση κινηθηκε σε τυπικα ευχαριστα πλαισια, με τον Κωστακη να δινει τον
τονο, προσπαθωντας να σπασει τον παγο. Εκεινος ειχε παραγγειλει βοτκα, σκετη, αρνηθηκε
να καπνισει χωρις να δηλωσει μη καπνιστης, μιλαγε ηρεμα, αλλα υπηρχε μια
λανθανουσα συναισθηματικη ενταση στη φωνη του, κατι το απολυτο, που εκανε την
Αγγελικη να νιωθει αβολα καποια στιγμη. Οταν χαιρετηθηκαν εξω απο το μαγαζι,
πρωτη φορα η Αγγελικη δεν ηξερε τι εντυπωση ειχε κανει σε εναν αντρα, και το
σημαντικοτερο τι εντυπωση της ειχε κανει εκεινος.
3
εβδομαδες μετα, ο φιλος της σκοτωθηκε. Εμαθε το νεο απο τη μητερα του Κωστα, κ
κατεβαζοντας το ακουστικο το μυαλο της ηταν απολυτως αδειο, θυμαται ως τωρα
καθε φορα αυτη την ακινησια του νου και τα βαζει με τον εαυτο της, δεν ηρθαν
δακρυα, δεν ηρθε θλιψη, το νεο ηταν το ιδιο με το να ξεσπαγε πολεμος στην αλλη
ακρη του κοσμου, μονο που αφορουσε εναν ανθρωπο τον οποιο αγαπουσε παρα μα παρα
πολυ...
Στην
κηδεια κατερρευσε. Η Αγγελικη ηταν πεπεισμενη οτι ειχε εναν πολυ δυνατο
χαρακτηρα, και η αυτοσυγκρατηση ηταν για εκεινη ενα απο τα δυνατα χαρτια του
δυνατου χαρακτηρα της. Καθως εβλεπε το φερετρο να μπαινει στο χωμα, ετρεμε και
δεν σταματησε να τρανταζεται απο τους λυγμους. Πρωτη φορα φεροταν ετσι.
Τρομαξε. Σημαδευτηκε.
Εκει ηταν
που ειδε για δευτερη φορα τον Αλεξανδρο. Ντυμενος παλι στα μαυρα, στεκοταν
μακρια απο το πληθος, μονος, κοιταζοντας τον ουρανο. Εκεινη τη στιγμη της
φανηκε σαν παραισθηση, μπορει να φταιγαν τα δακρυα, μπορει τα πρησμενα ματια,
μπορει η κουραση η η στεναχωρια. Ο αντρας εκεινος της φανηκε ισως ο πιο
στεναχωρημενος απο ολο τον κοσμο που βρισκοταν εκει, κι αυτο χωρις να κλαιει,
χωρις να κινειται, χωρις να δειχνει το προσωπο του οποιαδηποτε εκφραση θλιψης,
τα χερια χωμενα μεσα στις τσεπες του παλτου του, η εκφραση του ηρεμη, σχεδον
παγωμενη αλλα οχι αδιαφορη, καθολου αδιαφορη...
«Το να αποδεχεσαι το αναποφευκτο χωρις να
γινεις κομματι του σε κανει να νιωθεις πονο για ολους οσους το πολεμανε...Λες
να ναι αυτο η αγαπη?» Καπως
ετσι το ειχε πει πολυ αργοτερα.
Μετα,
επιστροφη στους κανονικους ρυθμους. Η ζωη συνεχιζε αγνοωντας αυτους που δεν
ηθελαν, η δεν μπορουσαν να ζησουν για οποιονδηποτε λογο. Και η Αγγελικη ηθελε
να ζησει. Περασαν καποιοι μηνες, και το αναποφευκτο ξαναχτυπησε. Τη βρηκε σε
ενα παρτυ, οπου ειχε παει με την τοτε σχεση της, ηταν ο Ανδρεας μαλλον, τα ονοματα
εχουν τοσο μικρη σημασια... Ειχε πιει αρκετα, ειχε καπνισει υπερβολικα, ειχε
χορεψει μεχρι τελικης πτωσεως, και εψαξε για το μπαλκονι να παρει λιγο αερα
κρατωντας ενα ψηλο ποτηρι με βοτκα στο ενα χερι.
Η Αγγελικη
ειναι ενας πρακτικος ανθρωπος. Καθε προβλημα εχει παραπανω απο μια λυσεις, και
απο τις προσφερομενες, μια ειναι η καλυτερη. Και η καλυτερη λυση στη μοναξια
που τη βασανιζε εκεινη την περιοδο, μετα τη συναντηση της με το Θανατο, στη
μοναξια που την εκανε να παραδιδει τον ελεγχο του εαυτου της σε ψηλα ποτηρια με
βοτκα, γρηγορη μουσικη, οσο πιο δυνατη και γρηγορη γινοταν, λυση καλυτερη απο
αυτη που ηδη ειχε, τον στοργικο αντρα που λεγανε μαλλον Αντρεα και που την
αναζητουσε με ανησυχο υφος αναμεσα σε δεκαδες γνωστα και αγνωστα προσωπα που
επιναν και χορευαν ασταματητα, ηταν ο αντρας που λικνιζοταν απαλα σε μια κουνια
στη βεραντα, αριστερα της.
Δεν ειμαι μονη.
Μια ματια.
Ενα γνωστο σκοτεινο
βλεμμα.
Η κουνια που
ταλαντευεται αργα αργα.
Η υγρασια στην
ατμοσφαιρα.
Το μυαλο που ειναι
πιο αργο απο τα ματια.
‘-Να καθησω?’
Ενα νευμα. Θετικο.
Καθησε διπλα του χωρις να την κοιταξει, με το σκοτεινο βλεμμα χαμενο σε ενα
σκοτεινο Απειρο.
Για αρκετα λεπτα
υπηρχε σιωπη.
Η Αγγελικη φοβαται τη
σιωπη, ειτε ειναι μια σιωπη αδεια, ειτε ειναι μια σιωπη γεματη.
Πρεπει να μιλησει.
Με μια γουλια το
μισογεματο ποτηρι αδειαζει.
Με μια κινηση παιρνει
ενα τσιγαρο αναμεσα στα δυο της δακτυλα.
‘-Δεν ειναι περιεργο
που συναντιομαστε παλι μετα απο τοσο καιρο?’
Τα λογια της της
φανηκαν ηλιθια για μια στιγμη.
‘-Αγγελικη ετσι? Η
δικηγορος που λατρευει το μωβ και δεν γουσταρει τις ψωναρες που πουλανε χαρακτηρα
και περιμενουν Νομπελ λογοτεχνιας ε?’
Που το ηξερε αυτο?
Γυρισε και τον
κοιταξε με ματια απορημενα. Συνεχιζε να κοιταει το απειρο, μα ειχε σχηματισει
και κατι σα χαμογελο με το προσωπο του.
‘-Κι εσυ ο
Αλεξανδρος, αν θυμαμαι καλα,’ –το ειπε επιτηδες αυτο, θυμοταν και πολυ καλα
μαλιστα-, ‘ο μυστηριωδης συγγραφεας, ο παντα ντυμενος στα μαυρα, που παντα
καθεται μονος μακρια απο τον κοσμο οπου κι αν βρισκεται ε?’
Γυρισε το προσωπο του.
Ειδε το τσιγαρο, εβγαλε εναν ασημενιο αναπτηρα και της το αναψε. Χαμογελουσε.
Ξαφνικα σοβαρεψε.
‘-Λυπαμαι για τον
φιλο σου. Ηταν καλο παιδι.’
‘-Ναι... Αυτα εχει η
ζωη ομως...’
Ξανα σιωπη. Η
Αγγελικη θυμαται σαν τωρα αυτο που εγινε μετα, τοτε. Ο καπνος απο το τσιγαρο
που μολις ειχε αναψει πανω στην κουνια, μαζι με το αλκοολ στιγμιαια κλονισαν
τις αισθησεις της πιο δυνατα απο οτι περιμενε. Και ηταν εκεινη ακριβως τη
στιγμη που ο Αλεξανδρος σηκωθηκε, της απλωσε το χερι και της προτεινε να φυγουν
απο το παρτι μαζι. Για καπου αλλου.
Η Αγγελικη εμεινε να
τον κοιταει για ενα λεπτο.
Στην Αγγελικη δεν
αρεσει να υποτασσεται.
Απλωσε το χερι και
ακουμπησε το δικο του.
Ο καφες
ειχε κρυωσει, στην κοκκινη κουπα διπλα στο λευκο τριανταφυλλο και το ροζ χαρτι.
Τα δυο
ρολογια συνεχιζαν να χτυπανε, σαν συντονισμενα ομως τωρα.
Τικ.
Τακ.
Υπαρχουν
αραγε δυο ρολογια που να χτυπανε ετσι συντονισμενα για παντα?
Βλεφαρα
κλειστα, μιση στιγμη. Τικ.
Το Ονειρο. Εκεινη.
Εκεινος. Δυο ζευγαρια ματια, δυο κοσμοι που χυνονται ο ενας μεσα στον αλλον και
κανουν το Ενα, ενας Θηλυκος και ενας Αρσενικος. Και στον Αρσενικο κοσμο ηταν
κρυμμενος ενας Αλλος κοσμος, μια σκοτεινη μορφη με μακρια μαλλια που φωναζε ενα
ονομα, ενα ακαταληπτο ονομα που εμοιαζε με γυναικειο και απευθυνοταν σε
Εκεινον, και μεσα απο τα ματια Εκεινου Εκεινη ειδε φωτα να τρεχουν και να
γινονται μια γραμμη σαν φως που ρεει, και ενιωσε το κορμι της να τρεμει και το
στομαχι της να ανακατευεται...
Βλεφαρα
κλειστα, μιση στιγμη. Τακ.
Η Αγγελικη
ειναι ενας πρακτικος ανθρωπος. Καθε προβλημα εχει παραπανω απο μια λυσεις, και
απο τις προσφερομενες, μια ειναι η καλυτερη.
Η Αγγελικη
δε πιστευει οτι ειναι προληπτικη αλλα φοβαται τη σιωπη, και ειδικα τη σιωπη τη
γεματη, και ειδικα τη σιωπη τη γεματη με κακα προαισθηματα.
Η Αγγελικη
δεν θελει να υποτασσεται σε ανθρωπους, προαισθηματα η συναισθηματα.
Η Αγγελικη
σηκωνεται. Παει στο τηλεφωνο.
‘Πρεπει να
βρω τον Αλεξανδρο’
No comments:
Post a Comment