Pages

01/05/2012

Nuit Etoille viii


Drink up one more time 
And I'll make you mine 
And keep you apart 
Deep in my heart 
Separate from the rest 
Where I like you the best……”


Madeleine Peyroux




«......Εχω μια αντιληψη περι χρονου, οπως και ο καθε ανθρωπος, επισης εχω και μια αντιληψη περι ψυχης, περι ομορφιας, περι συμπαντος, περι Θεου, περι ερωτα, περι αλλων ανθρωπων και των δικων τους αντιληψεων. Οπως ολοι οι ανθρωποι εχω και μια παραλλαγη του ανθρωπινου εγωισμου, του εγωισμου που θεωρει οτιδηποτε συμβαινει στο περιβαλλον μου να κατευθυνεται προς εμενα τον ιδιο, να γινεται για μενα. Μαλλον οπως ολοι οι ανθρωποι δεν μπορω να απαλλαγω απο την ιδεα του οτι ειμαι το κεντρο του συμπαντος, μαλλον, μιας και δεν μπορω να αντιληφθω οτι υπαρχουν απειρα ζευγαρια ματια πισω απο τα οποια κρυβονται απειρα τετοια συμπαντα σαν το δικο μου, που κι εκεινα με τη σειρα τους θεωρουν τον κοσμο ως μια σκηνη στην οποια εχουν υποχρεωση και καθηκον να παιζουν μια ολοκληρη ζωη πρωταγωνιστικο ρολο. Εν τελει μπερδευονται οι πρωταγωνιστες και οι κομπαρσοι και το αποτελεσμα ειναι απλα ολοι να παιζουμε και να αυτοσχεδιαζουμε, χωρις σεναριο, ο ενας θεατης των αλλων και ολοι του καθενος, με αγνωστο σκηνοθετη…
Δεν εχει υπαρξει στιγμη που να αμφιβαλλω πιο πολύ για την εννοια του πεπρωμενου, οσο τωρα. Η ζωη είναι ένα συνολο από επιλογες, από απεριοριστες επιλογες και διλημματα, σταυροδρομια και τυφλες στροφες. Εχεις την επιλογη, σε κάθε στιγμη εχεις την επιλογη… Και παντα κατι να θυσιασεις.
Ειναι οδυνηρο να σκεφτεσαι τετοια πραγματα αφου εχεις επιλεξει ηδη.
Ποναει…»

Το ποτηρι με το whiskey ακουμπαει σε μια στοιβα από λευκα χαρτια, αδειο πλεον.
Εκεινος, με βλεμμα χαμενο στο κενο, με το μολυβι να περναει ασταματητα από το ένα δαχτυλο στο άλλο, είναι μια κινηση ασυναισθητη και ασταματητη. Το ρολοι εχει σταματησει, μαλλον πρεπει να του αλλαξει μπαταρια.
Το πρωι.

Θα μπορουσε όμως να εχει σταματησει και ο χρονος.

Δεν είναι σιγουρος ότι ο χρονος δεν εχει σταματησει.

Μονο για ένα πραγμα είναι σιγουρος, και το καταλαβε τη στιγμη που Εκεινη γυρισε και τον κοιταξε στην πορτα.

Μονο που δεν είναι σιγουρος ποια στιγμη ηταν αυτη.

Θα μπορουσε να ηταν στην πορτα εκεινου του παιδικου δωματιου εκεινου του απροσδιοριστου πλεον μωρου-οικοδεσποτη, εκει που την ειδε πρωτη φορα.
Θα μπορουσε να είναι στην πορτα στο μικρο σαλονακι, τεσσερα βηματα διαδρομο από την κουζινα εκεινου του σπιτιου, εκεινο το βραδυ.
Θα μπορουσε να είναι στην πορτα του σπιτιου του, τη μερα που το ονειρο ζητησε πολλα, ζητησε τα παντα.
Θα μπορουσε να είναι στην πορτα της μικρης καφετεριας, μερικες ωρες πριν.

Δεν εχει νοημα, ετσι κ αλλιως πλεον.


Δεν χρειαστηκε να πουνε πολλα. Τουλαχιστον όχι με λογια. Τα τυπικα ηταν εκει να γεμισουν ουρλιαχτα Σιωπης αναμεμειγμενα με σιωπη.

«-Τι κανεις?----Σ αγαπαω ακομα»
«-Μια χαρα εσυ?-Δεν σε ξεχασα ποτε»
«-Μια χαρα φαινεσαι-Θεε μου ποσο ομορφη εισαι»
«-Κ εσυ, ακομα σαν τον Χαρο κυκλοφορεις?----Να ξερες ποσο μου εχεις λειψει»

Δεν χρειαστηκε να δει το ποδι της που ετρεμε κατω από το τραπεζι, η καρδια του συντονιστηκε με τις δονησεις.
Δεν ειπε τιποτα από οσα του εκαιγαν τα ματια, τιποτα μα τιποτα απολυτως.

Ειχε φτασει ηδη κατω από το σπιτι του, και εκανε την επιλογη του.

Στο κρεβατι, αναμεσα σε μαυρα σεντονια και παπλωματα, τα αγαπημενα του, κοιμοταν η Άλλη. Και δεν ηταν μονη, ηταν και Αυτό μαζι της. Μαζι τους.
Αγγιξε το προσωπο του με το αριστερο του χερι, χαιδεψε τα γενια του. Επρεπε να ξυριστει. Το πρωι.

Την ωρα που ανοιξε την πορτα και μπηκε μεσα στο σπιτι η Αγγελικη τον περιμενε με ματια γεματα αγωνια. Επεσε πανω του. Εκεινος χαμογελασε, και αυτή εκλαψε. Την πηρε αγκαλια, και σκεφτοταν ότι δεν πηρε αγκαλια Εκεινη. Και αυτή εκλαιγε στην αγκαλια του, και τον κοιταξε με το βλεμμα που δεν θελει να υποτασσεται, και του μιλησε για Αυτό που ζουσε μεσα της.

Και ο Αλεξανδρος επελεξε για δευτερη φορα.

Δεν μιλησε για αυτό που ζουσε ακομα μεσα του, για Εκεινη που ειχε ηδη μαζεψει τα πραγματα της αφηνοντας μια φωτογραφια, δυο χαμογελα πανω σ ενα κρεβατι, πανω στο μαξιλαρι του 411. Η πορτα ηταν ανοιχτη, και μεσα στο μπανιο η μεσηλικη γυναικα καθαριζε ότι θεωρουσε ότι μπορουσε να καθαριστει. Όταν τη ρωτησε για την κοπελα που εμενε μεχρι πριν από λιγο εκει, η γυναικα του εδωσε μια φωτογραφια που η νεαρη ειχε ξεχασει.

Ετσι ειπε.

Δεν χρειαστηκε καν να κοιταξει τη φωτο.

Δεν μιλησε για αυτό, όχι, ποτε ξανα.

Στο κρεβατι, αναμεσα σε μαυρα σεντονια και παπλωματα, τα αγαπημενα του, κοιμοταν η Άλλη. Και δεν ηταν μονη, ηταν και Αυτό μαζι της.
Μαζι τους πλεον.
Ξαπλωσε διπλα της, αγγιξε τα μαλλια της, της χαιδεψε το προσωπο.

Στο σαλονι, το αντιγραφο του πινακα του Van Gogh, αυτο που μισουσε και φοβοταν η Αγγελικη. Αστρα που ρεουν, ενα με τη γη,με εκεινο το σκοτεινο δεντρο, πυργο, φωτια. Το δωρο Εκεινης. Στην πισω πλευρα του μια φωτογραφια, δυο χαμογελα πανω σ ένα κρεβατι, και μερικες λεξεις με ένα μωβ στυλο.

Και εξω, nuit etoille

Nuit Etoille vii


“Uber allen Gipfeln
Ist Ruh
In allen Wipfeln
Spurest Du
Kaum einen Hauch ;
Die vogelen schweigen im walde
Warte nur, balde
Ruhest du auch

«Πανω απο ολες τις κορυφες
υπαρχει σιωπη
Ψηλα σε ολα τα δεντρα
νιωθεις
Μολις μια ανασα
Τα πουλακια σωπαινουν στο δασος
Κανε υπομονη, γρηγορα
Κι εσυ θα γαληνεψεις...»

Γκαιτε


«-Αλεξανδρε..? Αλεξανδρε ξυπνα... Το τηλεφωνο σου χτυπαει, Αλεξανδρε...?»

Πεταχτηκε στο κρεβατι. Χρειαστηκαν λιγα δευτερολεπτα για να καταλαβει που βρισκοταν. Κοιταξε γυρω του, ενα δωματιο, βιβλια στον τοιχο απεναντι του, στην πορτα του δωματιου στεκοταν μια κοπελα χαμογελαστη με το κινητο του στο χερι. Εξω ηταν μερα. Τι ωρα ειναι?

«-Τι ωρα ειναι?»
«-Ελα Αλεξανδρε παρε το τηλεφωνο, η Αγγελικη σου ειναι, πιασε.»

Η μελωδια επεμενε, εκνευριστικη.Απλωσε το χερι στα ποδια του και πηρε το κινητο, πατησε ενα κουμπι, και το κινητο εμεινε βουβο να αναβοσβηνει. Δεν κοιταξε καν την οθονη.

«-Δεν εχω ορεξη τωρα. Τι ωρα ειναι?»

Η κοπελα ακομα χαμογελαγε, καθως κοιταζε τον Αλεξανδρο αγουροξυπνημενο στο κρεβατι να τριβει τα ματια του. Με μια κινηση βρεθηκε πανω του και τον φιλησε τρυφερα.

Ο Αλεξανδρος την αγκαλιασε σφιχτα.

«-Γιατι δεν σηκωνεις το τηλεφωνο ρε καθαρμα?»
«-Δεν εχω ορεξη να μιλησω τωρα.»
«-Τι, σε πιανουν οι τυψεις σου?»
«-Δεν θα ημουν εδώ καν αν ειχα τυψεις για την Αγγελικη και το ξερεις.»
«-Το ξερω, γι αυτό και απορω τι σου εκανε η κοπελα»
«-Δεν είναι ωρα για γυναικεια αλληλεγγυη Μαρακι μου, για ένα καφε παλι όμως…»

Τον χαστουκισε.
Σα χαδι ηταν.

Τα ματια της ελαμπαν καθως τον κοιταζε χαμογελωντας. Του χαιδεψε τα αξυριστα μαγουλα, με το δαχτυλο της αγγιξε τα χειλη του.

Με μια αποτομη κινηση πεταχτηκε πανω και ετρεξε στην κουζινα.

Ο Αλεξανδρος ισα που προλαβε να κοιταξει το νεανικο κορμι της, καθως εξαφανιστηκε μεσα στο ημιφως του δωματιου. Χαμογελασε.


Το τηλεφωνο αρχισε ξανα να χτυπαει, ξανα το κουμπι και εμεινε ξανα βουβο να αναβοσβηνει. Ο ηχος από ντουλαπια που ανοιγοκλειναν ακουγοταν από την κουζινα, ο ηχος από τους ανθρωπους και τις ζωες τους εξω από το παραθυρο. Ο Αλεξανδρος επεσε ξανα στο μαξιλαρι.
Ηταν ένα καταφυγιο αυτό το μαξιλαρι, και αυτό το σπιτι και αυτή η ομορφη κοπελα που μισογυμνη του εφτιαχνε καφε.

Η Μαρια, φοιτητρια, κορη παιδικου φιλου του πατερα του Αλεξανδρου, την ειχε δει να μεγαλωνει, να γινεται από κοριτσι γυναικα, μαλλον εγινε πολύ ωραια γυναικα για να αντισταθει ακομα και αυτος, ο δυσκολος.

«Αγαπω τη ζωντανια της. Αγαπω το χαμογελο της. Ναι, και το υπεροχο κορμι της, πρεπει να μου το θυμιζεις αυτό αιωνιε κυνικε?»

Ο δρομος του τον εβγαλε στο σπιτι της, χτυπησε το κουδουνι, του ανοιξε, δεν ειπε κουβεντα, την σηκωσε στην αγκαλια του, της εβγαλε τα ρουχα, την ακουμπησε στο τραπεζι… Εκεινη δεν παραπονεθηκε, ποτε δεν παραπονιοταν εξ αλλου. Τον κοιταζε παντα με σεβασμο, ο Αλεξανδρος το καταλαβαινε αυτό, και σε στιγμες ενιωθε ότι το εκμεταλλευοταν. Ηταν ειλικρινης όμως, και χρειαζοταν ένα καταφυγιο, έναν ανθρωπο που δεν απαιτουσε ποτε τιποτα, μονο ενιωθε.

Ο Αλεξανδρος θα ηθελε μονο να νιωθει, να μη σκεφτεται.

«-Θες φρυγανια?»

Η σκεψη: Θελω να μεινω εδώ.
Η απαντηση: «Όχι καλο μου, ελα δω»

«Περιμενε ντε, να γινει ο καφες, κι ερχομαι»

Χαμογελαει, καλα αρχιζει αυτή η μερα, ευτυχως διαλυθηκαν οι δαιμονες. Δεν θα πει τιποτα στο Μαρακι, κι εκεινη δεν θα ρωτησει, Θα πιει τον καφε, θα τη φιλησει τρυφερα και θα φυγει, ετσι απλα.

«Ευτυχως που ηρθα εδώ.»

Τριβει την κοιλια του με ευχαριστηση, το κινητο χτυπαει για τριτη φορα, η Αγγελικη ανησυχει, μαλλον ηρθε η ωρα να το σηκωσει.
Ταπεινες σκεψεις ενώ το χερι ψαχνει στα σεντονια.

«-Ελα αγαπη μου, να σε παρω εγω σε λιγο?»

Μια φωνη αγνωστη στην άλλη ακρη της γραμμης. Αγνωστη μονο για δεκατα του δευτερολεπτου, μπαινει μεσα στο μυαλο του, πυροδοτει εκρηξεις, όπως το προηγουμενο βραδυ, το κορμι του γεμιζει αδρεναλινη ξανα και τρεμει από τα υπογεια του Είναι και του Ηταν και του Παντα θα Είναι, αυτά που νομιζε πως κλειδωνε τοσο καλα. Δεν είναι αγνωστη η φωνη.

Το ονομα του με ένα ερωτηματικο. Δεν είναι αγνωστη η φωνη.

Σηκωνεται και ανακαθεται στο κρεβατι με το βλεμμα στο απειρο. Στην πορτα η ομορφη κοπελα με το ημιγυμνο νεανικο κορμι κρατωντας ένα δισκο στα χερια τον κοιταει, τρομαγμενη από το υφος των ματιων του.

Δεν είναι δυνατον.

«-Ελενη?»




“Protect me from what I want...

Protect me protect me

Maybe we're victims of fate
Remember when we'd celebrate
We'd drink and get high until late
And now we're all alone


                                  Placebo




Κοιταξε το ρολοι της στο δεξι της χερι. Ο Αλεξανδρος εχει αργησει.

Μηπως το μετανιωσε αραγε?
Μπα, συνηθως αργει ο Αλεξανδρος.

Κοιταει ξανα το ρολοι της, κοιταει γυρω της, το μικρο καφε είναι σχεδον αδειο, ένα ζευγαρι μονο καθεται μερικα τραπεζια πιο περα, αυτός, μακρυμαλλης, μουσατος, ατημελητος, με βλεμμα που ψαχνει απαντηση, αυτή, γλυκεια, αερατη, ολο της το σωμα, η σταση, ένα μηνυμα, «σε θελω», το βλεμμα της χαζευει διαρκως το χωρο, το κινητο της, τα παντα εκτος από τα ματια του.

Μα γιατι απλα δεν τον κοιταει στα ματια?

Η Ελενη θυμαται.

Ξενυχτι, χορος και τραγουδι.
Παρτυ από τα παλια καλα, και ηταν ολοι εκει. Μετα από ωρες χορου, μουσικης, ποτου, τελειωσε κι αυτο όπως κάθε φοιτητικο παρτακι που σεβεται τον εαυτο του, βγηκαν οι κιθαρες -ο Μιχαλης και ο Παναγιωτης παντα τις ειχαν προχειρες- και οσοι ειχαν μεινει ξαπλωσαν στο πατωμα και στους καναπεδες και τα μαξιλαρια, αλλοι μουρμουριζοντας, αλλοι τραγουδωντας δυνατα. Η Ελλη αγκαλια με το Νικολα, η Δαφνη σταθερα σε μια γωνια μεθυσμενη, όπως συνηθως.

Η Ελενη παει να βαλει σφηνακια, τεκιλα για ολους, βοτκα για τον Αλεξανδρο. Παλι σιωπηλο αυτό καθεται αυτό το παιδι, μια ζωη ξενερωτος…

Χαμογελαει… Αχ ρε Αλεξ…
Παιρνει το δισκο με τα σφηνακια, μεσα ακουγονται φωνες και γελια, τι να κανουν παλι τα παλαβα? Τεσσερα βηματα στο διαδρομο και ξανα μπροστα της το σαλονακι.

Ο Αλεξανδρος με την κιθαρα στα χερια.
Ο Αλεξανδρος παιζει?


Ειχε μεινει σοκαρισμενη στην πορτα και τον κοιταζε, όπως και ολοι οι υπολοιποι. Μια παρεα μεγαλη ηταν, χρονια μαζι, και όμως κανεις τους δεν ηξερε ότι ο Αλεξανδρος επαιζε και τραγουδουσε και μαλιστα τοσο καλα… Μια φωνη ζεστη, τρυφερη, και ξαφνικα ο «ξενερωτος» εγινε στα ματια της Ελενης ενας άλλος ανθρωπος.

Ο καλυτερος της φιλος εγινε ενας άλλος ανθρωπος.

Τραγουδουσε με κλειστα τα ματια, μεχρι εκεινη τη στιγμη που ανοιξε τα ματια και γυρισε το κεφαλι του, προς την ορθια ακομα στην πορτα Ελενη.

Χωρις να χαμογελασει, χωρις να κουνησει ένα μυ από το προσωπο του, την κοιταζει, δυο μαυρα ματια καρφωμενα στα δικα της, και ενας δισκος γεματος σφηνακια τρεμει στα χερια της.

Δεν εχει δει πιο σκοτεινο βλεμμα.



Η Ελενη παιρνει βαθια ανασα, και απο την τζαμαρια κοιταει εξω το δρομο. Ένα ξαφνικο αγχος κανει το στομαχι της να συσπαται ελαφρα. Απλωνει το χερι στο μαλλινο τσαντακι της και βγαζει ένα πακετο τσιγαρα. Νιωθει μια ξαφνικη επιθυμια για τουαλετα. Ένα ριγος διαπερναει τον αυχενα της.


Το παρτυ εχει τελειωσει εδώ και ωρα, οι περισσοτεροι εχουν φυγει πια, η Ελλη με το Νικολα κοιμουνται αγκαλια στον καναπε, ενώ ο Αλεξανδρος βαζει τη Δαφνη για υπνο στο κρεβατι της Ελενης, η οποια εχει βγει εξω στο μπαλκονακι κοιταζοντας το δρομο. Προσπαθει να ζεστανει τα μπρατσα της που τρεμουν με τις παλαμες της, η ανασα της γινεται ατμος και χανεται, οι σκεψεις της το ιδιο.

«-Όλα ενταξει, κοιμαται σαν πουλακι»
«-Τη σκεπασες;»
«-Εννοειται Ελενη μου. Εχει ψυχρουλα ετσι?»
«-Ναι…»
«-Εσυ τρεμεις, να σου φερω κατι;»
«-Όχι, παρε με αγκαλια απλα»

Τρομαξε με τα λογια της την ιδια στιγμη που τα προφερε. Γιατι ενιωσε ότι υπηρχε κατι διαφορετικο πλεον αναμεσα στις λεξεις. Στο μυαλο της ειχε εκεινο το βλεμμα, εκεινη τη φωνη, που ακουγε τωρα διπλα στο αυτι της, καθως ο Αλεξανδρος ειχε περασει τα χερια του πανω από τα δικα της και την εσφιγγε πανω του.

«-Από ποτε παιζεις και τραγουδας εσυ;»
«-Μη φανταστεις… Τι παθατε ολοι πια, τοσο περιεργο είναι; Να μην το ξανακανω αν είναι να απορειτε ολοι»
«-Λογικο δεν είναι; Σε ξερω τοσα χρονια, εισαι ο καλυτερος μου φιλος και δεν μου εχεις πει τιποτα, είναι δυνατον;»
«-Πολλα δεν σου εχω πει Ελενη»

Τωρα δεν ηταν η Ελενη που ετρεμε. Τουλαχιστον ετσι της φανηκε.

«Κρυωνεις Αλεξανδρε, θες να παμε μεσα?»

Ο Αλεξανδρος δεν απανταει, νιωθει την ανασα του στο λαιμο της ετσι όπως στεκεται πισω της. Ριχνει το κεφαλι της πισω, να τον κοιταξει.

«Ε Αλεξανδ…»
«Το τραγουδι αυτό ηταν για σενα»
«Τι;»

Η Ελενη γυριζει αποτομα, χωρις ο Αλεξανδρος να την αφηνει από την αγκαλια του, και αυτό που ετοιμαζεται να πει γινεται ατμος, γινεται ένα με την ανασα του και χανεται στο κρυο γιατι βλεπει τα ματια του, και υστερα μενει εκει, ακινητη, να τον κοιταει, μολις μερικα εκατοστα μακρια του, χανεται μεσα σε αυτό το σκοτεινο βλεμμα, προσπαθωντας να καταλαβει κατι που ηδη ξερει, προσπαθωντας να μην κοιταξει τα χειλη του φευγαλεα, να μην κλεισει τα ματια, δεν πρεπει να κλεισει τα ματια…


Η Ελενη ανοιγει τα ματια, γιατι νιωθει αλλα ματια καρφωμενα πανω της.
Γυριζει το κεφαλι προς την πορτα. Δεν παρατηρει το ποδι της που ανεβοκατεβαινει σε ενα τρελλο ρυθμο, ιδιο με της καρδιας της.

Δεν εχει δει πιο σκοτεινο βλεμμα.




Nuit Etoille vi


...Και μηπως δεν υπαρχουν στιγμες στη ζωη ενος ανθρωπου που η μοναξια του παιρνει σαρκα και οστα και ψυχη και μυαλο και γινεται η Μοναξια? Δεν ειναι επιθετικη, δεν ειναι σατανικη υπαρξη που θελει να σε καταστρεψει η να σε πονεσει, παρεα ψαχνει, μια μεγαλη αγκαλια διαθετει για τον οποιονδηποτε...Σε αγκαλιαζει η Μοναξια, οσο πιο σφιχτα μπορει και το μονο που της λειπει ειναι συνειδηση του ποσο μονο σε κανει να νιωθεις...Παιδι ειναι αυτη η Μοναξια, παιδι που ψαχνει απο καπου για να πιαστει, παιδι που σε κοιταει μονο στα ματια γιατι δεν ξερει οτι δεν τη θελουν πουθενα... Αν το καταλαβαινε ομως μηπως δεν θα εκανε σαν μικρο παιδι που για να τραβηξει την προσοχη σου, κλαιει, ουρλιαζει, σπαει πραγματα, χωνει τα δοντια του στο λαιμο σου, τραβαει τα μαλλια σου, σε κλωτσαει...
Αν καταλαβαινε...
Παντα καταλαβαινει.

Ο πινακας με τα αστρα που ρεουν, τα ρολογια που δεν συγχρονιζονται ποτε, ο Χρονος που με βασανιζει, ο Χρονος που περναει, ο Χρονος που ονειρευομαι, ο πανικος που ποτιζει το στηθος μου, το ζευγαρι που με κοιταει περιεργα, το αυτοκινητο που τρεχει, το κοντερ που κινειται ολο και πιο δεξια, το ονομα σου, η φωνη σου να με φωναζει, η ψυχη μου που φλεγεται, οι λεξεις που με αλλαξαν, το Δεντρο με τα μυστικα, ο Ουρανος με τα λαμπερα αστερια, η στρογγυλη λιμνη απο υγρο φως στο χρωμα του φεγγαριου, τα κυματα που εχουν σηκωθει χωρις να φυσα αερας, η Σιωπη, τα ματια σου, τα μισανοιχτα χειλη σου, Εκεινο που θελει να με πονεσει, οι αστραπες χωρις βροντη να τις ακολουθει, το ψιλοβροχο που πεφτει χωρις να υπαρχει ενα συννεφο στον ουρανο, ο αντρας με το σκοτεινο βλεμμα αναμεσα στους δυο καθρεφτες στο φλιτζανι του ελληνικου που προσπαθει να κοιταξει πισω απο το ειδωλο του, η σκοτεινη μορφη που μιλαει ασταματητα τα λογια τα ακαταληπτα για μενα, ο Εαυτος που μιλαει τα λογια τα ακαταληπτα για σενα, Εσυ που εισαι διπλα μου και ακομα νομιζεις οτι εισαι μακρια με τη θεληση σου, εγω που ειμαι μονος και νομιζω οτι θα με σωσεις, ο Θεος που εγκατελειψε και αυτο το συμπαν για να φτιαξει καποιο αλλο καλυτερο, το παιδι εκεινο που μισησε το θεο γιατι ηταν ο μονος που εμαθε το μυστικο του εκεινα τα πρωινα πριν απο εντεκα χρονια και δεν εκανε τιποτα για να το βοηθησει παρα μονο κοιταζε, απαθης απο τον τρουλο της εκκλησιας του απιστου, τα σημαδια απο τα καρφια τα οποια ζηταω απο τοτε για να δεχτω καθε τι που μου ζηταει απλα να κλεισω τα ματια μου και να αφεθω, εκεινο το τραγουδι που επαιζε σε δυο ραδιοφωνα στις δυο ακρες μιας τηλεφωνικης γραμμης, σημαδευοντας δυο καρδιες στην ακρη μιας αλλης γραμμης που δεν λεει να κοπει,γραμμη απο φως που μπηκε απο το παραθυρο ενος κιτρινου βιβλιου δεμενου με μια κοκκινη κορδελα και δεν εσβησε ποτε, το σημαδι του αστερισμου, το δακρυσμενο βλεμμα μπροστα απο το τζαμι που μας χωριζει απο το δακρυσμενο ουρανο,το μελι που σχηματιζει δυο ματια, η αγρυπνια, ο υπνος, ο εφιαλτης, η αγωνια, η οργη, τα δακτυλα σου που τρεμουν, η καρδια σου που παει να σπασει, το δωματιο που γερνει, τα χειλη σου που ματωνουν, το στομαχι σου που δενεται, το μαυρο και το κοκκινο της τραπουλας, το λευκο τριανταφυλλο στο κρεβατι της, η ανασα της, το ροζ χαρτι με τους χαρακτηρες που σχηματιζουν μια εξηγηση, τα δακτυλα της στην κοιλια της, τα μαυρα παπλωματα, το μαυρο ξυλινο κουτι,ο ηχος των πληκτρων που υποχωρουν στην πιεση των δακτυλων, ο κλειστος υπολογιστης, η πορτα που ανοιγει, η πορτα που κλεινει, η σιωπη του διαδρομου, το ουρλιαχτο της ψυχης μου, η χουφτα που γινεται γροθια, το δακρυ που κυλαει, η εικονα σου, η εικονα της, το σκοταδι...

Οι αγγελοι που με φυλαγαν χαθηκαν, οι δαιμονες μου εγιναν καθρεφτες και εγω ειμαι στη μεση, διαφανος πλεον, και ομως τρεμω να κοιταξω και να λυτρωθω.

Η Ματια

Εγω.

Ο καθρεφτης που γινεται χιλια κομματια, ασημενια κυματα.
Ο ηχος τους καθως πεφτουν.

Το ματωμενο χερι μου.
Η Καταρα πανω απο την καρδια μου.

Χαμενος καπου πιο ψηλα, η πιο χαμηλα, ακομα δεν ξερω αν ειναι παραδεισος η κολαση αυτο, ειμαι μαζι σου, μαζι σου απο παντα, μαζι σου για παντα, παρον ισως να μην υπαρχει, να μην υπηρξε ποτε...Απο παιδι ονειρευομαι, εσενα ονειρευομαι, ζωες ολοκληρες σε εχω μαζι μου, μακρια μου, μεσα μου, καθε βραδυ κλεινω τα ματια μονο και μονο για να σε ξαναβρω, να μαι εκει χωρις ποτε να το καταλαβεις.

Η Μοναξια παντα καταλαβαινει.

Ηταν μια νυχτα που χωρεσε ολες τις ζωες μου.
Μια μεγαλη νυχτα.






Nuit Etoille v


‘I admit I’ve lost control…’

Το Ονειρο.

Η Αγγελικη πεταχτηκε πανω, αναμεσα στα μαυρα παπλωματα. Ειχε ιδρωσει. Ετρεμε. Το βλεμμα της τρομαγμενο εψαξε γυρω στο δωματιο για να συνειδητοποιησει ο νους της που βρισκοταν. Επεσε στο μαξιλαρι. Αισθανοταν ενα ανακατεμα στο στομαχι. Την ξαναπηρε ο υπνος.

Οταν ανοιξε παλι τα ματια της ειχε ξημερωσει.

Απλωσε το χερι της στο κεφαλι της, μαζευοντας τα ανακατεμενα μπροστα στα ματια της μαλλια προς τα πισω.
Τα ματια της καρφωθηκαν στο ταβανι, στις σκιες απο τις μισανοιχτες γριλλιες των παραθυρων.
Εφιαλτης?
Γυρισε προς το αριστερο μισο του κρεβατιου, απλωνοντας το χερι.
Ο Αλεξανδρος δεν ηταν εκει. Υπηρχε κατι αλλο ομως.
Ανασηκωθηκε στηριζοντας το βαρος του κορμιου της στον αγκωνα της. Ξαφνικα ειχε κρυο.
Πανω στο μαξιλαρι του Αλεξανδρου, ενα λευκο τριανταφυλλο και ενα σημειωμα σε ροζ χαρτι.



Ο καπνος του τσιγαρου ανεβαινει ηρεμα προς τα πανω. Μια κοκκινη κουπα διπλα γεματη ζεστο καφε. Το ρυθμικο τικ-τακ των δυο ρολογιων, ενα στο καθιστικο, ενα στην κουζινα.

Τικ.
          Τικ.
Τακ.
          Τακ.

Υπαρχουν αραγε στον κοσμο δυο ρολογια που να δειχνουν ακριβως την ιδια στιγμη?

«Ηρθα αργα Αγγελικη μου, δεν κοιμηθηκα και εφυγα το πρωι, εχω να ρυθμισω τις τελευταιες λεπτομερειες της παρουσιασης... Δεν μου εκανε καρδια να σε ξυπνησω. Μην ανησυχεις, θα τα πουμε αργοτερα, καλημερα...

Καλα ειμαι.
Σ’αγαπω.
Αλεξανδρος»



Τραβηξε μια βαθια ρουφηξια απο το τσιγαρο της αφου αφησε το ροζ χαρτι πανω στο τραπεζι. Η σκεψη της σταματησε για αρκετη ωρα. Το βλεμμα της καρφωμενο στο κενο, ενα με το κενο, κενο.

Σιγα σιγα οι σκεψεις αρχισαν να ξυπνανε ξανα, και να πεφτουν η μια πανω στην αλλη, συνθετοντας με ταξη τα γεγονοτα της νυχτας στο μυαλο της. Ο Αλεξανδρος δεν κοιμηθηκε το βραδυ. Ηταν εδω ομως. Γυρισε αργα, εκατσε λιγο. Πρεπει να τακτοποιησει την παρουσιαση. Η παρουσιαση ειναι αποψε. Ο Αλεξανδρος δεν εχει κοιμηθει. Θα τα πουμε αργοτερα, ειναι καλα. Θα με παρει. Δεν θα κοιμηθει ολη μερα. Γιατι ξενυχτησε? Που ηταν? Ηταν εδω. Μ’ αγαπαει.

Σηκωσε το κεφαλι, το τσιγαρο ειχε σβησει στο τασακι. Ο καφες, χλιαρος. Το ρυθμικο τικ-τακ απο τα δυο ρολογια ασταματητο, ασυντονιστο.

Τικ.
Τικ.
Τακ.
Τακ.

Υπαρχουν αραγε δυο ρολογια στον κοσμο που να δειχνουν ακριβως την ιδια στιγμη?

Βλεφαρα κλειστα, μιση στιγμη. Τικ-Τικ

Το Ονειρο. Εκεινη. Εκεινος. Δυο ζευγαρια ματια, δυο κοσμοι που χυνονται ο ενας μεσα στον αλλον και κανουν το Ενα, ενας Θηλυκος και ενας Αρσενικος. Και στον Θηλυκο κοσμο ηταν κρυμμενος ενας Τριτος κοσμος, απροσδιοριστης ταυτοτητας ακομα, ζωντανος ομως, ολοζωντανος... Και Εκεινος το ειδε. Και τρομαξε. Και εφυγε. Και εκεινη εμεινε μονη, και οχι μονη, και τα παντα σκοτεινιασαν και εγινε ζεστη, και κολυμπαγε, και δεν ηταν Εκεινη, ηταν Αυτο, και Αυτο ηταν Εκεινη και Εκεινος, και κολυμπαγε σε μια λιμνη κοκκινη, αιμα. Αιμα?

Βλεφαρα ανοιχτα, μιση στιγμη. Τακ-Τακ

Σηκωθηκε, πηγε στο καθιστικο, ανοιξε το στερεοφωνικο. Ο ηχος της μουσικης τη χαλαρωσε. Εκλεισε τα ματια της, σηκωσε τα χερια ψηλα και αρχισε να περπαταει μεσα στο δωματιο, γυρω απο το τραπεζι, αναμεσα στους λευκους καναπεδες. Περπαταγε με το ρυθμο της μουσικης, εμπαινε στους ηχους, στις νοτες.


Οταν ξανανοιξε τα ματια της ειχε παρει τον ελεγχο του εαυτου της. Ηξερε οτι ο Αλεξανδρος δεν ηταν καλα. Ηταν ενας καταξιωμενος συγγραφεας, ιστοριες εφτιαχνε, επιμελημενα παραμυθια με γαρνιτουρα αιωνιων συναισθηματων, και το εκανε καλα, ομως δεν μπορουσε να πει ψεματα, οχι σε εκεινη τουλαχιστον. Ηταν οι λεξεις, ηταν η συνταξη, υπηρχε κατι βεβιασμενο στο λογο του οταν ειχε κατι να κρυψει, και αυτο φαινοταν ακομα και στα σημειωματα που εγραφε...


Αφελης δεν ηταν. Δεν χρειαζοταν σημειωματα για να καταλαβει οτι μια πλευρα του αντρα της ζωης της ηταν ερμητικα κλειστη για εκεινη. Το γεγονος οτι συνεβαινε το ιδιο για ολο τον κοσμο δεν την καθησυχαζε. Ηταν μια πορτα που ειχε κλειδωσει, και ειχε σκεπαστει με πεπλα αραχνουφαντα κι ομως τοσο βαρια, κουρτινες αγαπης, ηρεμιας, υπομονης, ανεκτικοτητας, σεβασμου, που εκρυβαν την εισοδο σε κατι ξεχασμενο. Ζωντανο? Κατι που κλειδωνεις ηταν καποτε ανοιχτο. Κατι που κλειδωνεις και κρυβεις το φοβασαι. Δεν φοβασαι κατι νεκρο. Απλη λογικη.

Η Αγγελικη ειναι ενας πρακτικος ανθρωπος. Καθε προβλημα εχει παραπανω απο μια λυσεις, και απο τις προσφερομενες, μια ειναι η καλυτερη.

Οταν ειχε γνωρισει τον Αλέξανδρο δεν ειχε εντυπωσιαστει ιδιαιτερα απο τον τυπο του, απο τον χαρακτηρα του, απο το στυλ του. Μια διακριτικη παρουσια, σχεδον αδιαφορη για τα γουστα της, αρκετα ευγενικος ωστε να μην τον θυμασαι την επομενη μερα, οσο απομακρος χρειαζοταν ωστε να σου κινησει την περιεργεια. Γνωριστηκαν απο εναν κοινο φιλο, για την ακριβεια δικο της φιλο,συναδελφο δικηγορο, απλα γνωστο για τον Αλεξανδρο (οι διαβαθμισεις του για τις ανθρωπινες σχεσεις), ο οποιος της μιλησε για εναν νεαρο συγγραφεα, ταλεντο, γοητευτικο, τζεντλεμαν και κυριως ελευθερο με τον οποιο συνεργαζοντουσαν εκεινο το διαστημα για την επιμελεια ενος κειμενου για καποιον τριτο –ουτε που θυμαται τωρα, τα ονοματα μικρη σημασια εχουν βεβαια-. Στον Αλεξανδρο ειχε γινει βεβαια μια παρομοια, ισως αντρικου τυπου, περιγραφη για εκεινη. Νεα, ωραια, δικηγορος, μονη, ψαχνει.
Με δυσκολια επεισε την Αγγελικη να βγουν οι τρεις τους, δεν της αρεσαν αυτα τα ραντεβου γνωριμιων σε κουλτουριαρικα στεκια, «με ψωναρες που γραφουν ενα βιβλιο της κακιας ωρας και νιωθουν οτι τους αξιζει το Νομπελ, και πουλανε και χαρακτηρα», ετσι ειχε απαντησει αρχικα. Το γεγονος οτι δεν ειχε γνωρισει κανεναν συγγραφεα τετοιου ειδους, κανεναν συγγραφεα γενικοτερα, δεν ειχε καμια σημασια εκεινον τον καιρο. Οπως και να ειχαν τα πραγματα, ενεδωσε στην πιεση και ακολουθησε τον Κωσταντινο «για να του κανει τη χαρη».


Ο Κωσταντινος... Ειχε σκοτωθει 3 βδομαδες μετα σε αυτοκινητιστικο δυστυχημα.. Ηταν λες και η αποστολη του στη ζωη ηταν μονο να τους φερει κοντα...


Ο υποψηφιος ειχε καθυστερησει, και η Αγγελικη το ειχε ηδη μετανιωσει. Ειχε φορεσει τα αγαπημενα της, ασπρο πλεκτο πουλοβερ, το αγαπημενο της μωβ φουλαρι, ενα απλο τζιν παντελονι. Καπνιζοντας με στυλ, κοιταζε γυρω τους διαφορους θαμωνες που και αυτοι με τη σειρα τους κοιταζαν τους υπολοιπους. Και τοτε ηρθε εκεινος. Ο φιλος της σηκωθηκε με ενα τεραστιο χαμογελο, ο Αλεξανδρος ντυμενος στα μαυρα απο πανω μεχρι κατω, παλτο, πουκαμισο, παντελονι, παπουτσια, ολα μαυρα.

‘-Καλησπερα, συγνωμη που αργησα.’

Καμια δικαιολογια.

‘-Ελα, δεν πειραζει, ελα να σου γνωρισω την καλη μου φιλη, Αγγελικη, ο Αλεξανδρος.’
‘-Καλησπερα Αγγελικη’
Το απλωμενο χερι, ζεστο κραταει το δικο της, το βλεμμα του καρφωνεται στο δικο της.
‘-Καλησπερα’

Δεν εχει δει πιο σκοτεινα ματια.

Ηταν το πρωτο πραγμα που της κινησε το ενδιαφερον. Αυτο που δεν της αρεσε ηταν η σχεδον επιδεικτικη αδιαφορια του για την ουσια της βραδιας, δεν εκανε ουτε μια κινηση για να επιδειξει ενδιαφερον, χωρις σε οποιαδηποτε στιγμη να την προσβαλλει. Η συζητηση κινηθηκε σε τυπικα ευχαριστα πλαισια, με τον Κωστακη να δινει τον τονο, προσπαθωντας να σπασει τον παγο. Εκεινος ειχε παραγγειλει βοτκα, σκετη, αρνηθηκε να καπνισει χωρις να δηλωσει μη καπνιστης, μιλαγε ηρεμα, αλλα υπηρχε μια λανθανουσα συναισθηματικη ενταση στη φωνη του, κατι το απολυτο, που εκανε την Αγγελικη να νιωθει αβολα καποια στιγμη. Οταν χαιρετηθηκαν εξω απο το μαγαζι, πρωτη φορα η Αγγελικη δεν ηξερε τι εντυπωση ειχε κανει σε εναν αντρα, και το σημαντικοτερο τι εντυπωση της ειχε κανει εκεινος.


3 εβδομαδες μετα, ο φιλος της σκοτωθηκε. Εμαθε το νεο απο τη μητερα του Κωστα, κ κατεβαζοντας το ακουστικο το μυαλο της ηταν απολυτως αδειο, θυμαται ως τωρα καθε φορα αυτη την ακινησια του νου και τα βαζει με τον εαυτο της, δεν ηρθαν δακρυα, δεν ηρθε θλιψη, το νεο ηταν το ιδιο με το να ξεσπαγε πολεμος στην αλλη ακρη του κοσμου, μονο που αφορουσε εναν ανθρωπο τον οποιο αγαπουσε παρα μα παρα πολυ...


Στην κηδεια κατερρευσε. Η Αγγελικη ηταν πεπεισμενη οτι ειχε εναν πολυ δυνατο χαρακτηρα, και η αυτοσυγκρατηση ηταν για εκεινη ενα απο τα δυνατα χαρτια του δυνατου χαρακτηρα της. Καθως εβλεπε το φερετρο να μπαινει στο χωμα, ετρεμε και δεν σταματησε να τρανταζεται απο τους λυγμους. Πρωτη φορα φεροταν ετσι. Τρομαξε. Σημαδευτηκε.

Εκει ηταν που ειδε για δευτερη φορα τον Αλεξανδρο. Ντυμενος παλι στα μαυρα, στεκοταν μακρια απο το πληθος, μονος, κοιταζοντας τον ουρανο. Εκεινη τη στιγμη της φανηκε σαν παραισθηση, μπορει να φταιγαν τα δακρυα, μπορει τα πρησμενα ματια, μπορει η κουραση η η στεναχωρια. Ο αντρας εκεινος της φανηκε ισως ο πιο στεναχωρημενος απο ολο τον κοσμο που βρισκοταν εκει, κι αυτο χωρις να κλαιει, χωρις να κινειται, χωρις να δειχνει το προσωπο του οποιαδηποτε εκφραση θλιψης, τα χερια χωμενα μεσα στις τσεπες του παλτου του, η εκφραση του ηρεμη, σχεδον παγωμενη αλλα οχι αδιαφορη, καθολου αδιαφορη...


«Το να αποδεχεσαι το αναποφευκτο χωρις να γινεις κομματι του σε κανει να νιωθεις πονο για ολους οσους το πολεμανε...Λες να ναι αυτο η αγαπη?» Καπως ετσι το ειχε πει πολυ αργοτερα.


Μετα, επιστροφη στους κανονικους ρυθμους. Η ζωη συνεχιζε αγνοωντας αυτους που δεν ηθελαν, η δεν μπορουσαν να ζησουν για οποιονδηποτε λογο. Και η Αγγελικη ηθελε να ζησει. Περασαν καποιοι μηνες, και το αναποφευκτο ξαναχτυπησε. Τη βρηκε σε ενα παρτυ, οπου ειχε παει με την τοτε σχεση της, ηταν ο Ανδρεας μαλλον, τα ονοματα εχουν τοσο μικρη σημασια... Ειχε πιει αρκετα, ειχε καπνισει υπερβολικα, ειχε χορεψει μεχρι τελικης πτωσεως, και εψαξε για το μπαλκονι να παρει λιγο αερα κρατωντας ενα ψηλο ποτηρι με βοτκα στο ενα χερι.

Η Αγγελικη ειναι ενας πρακτικος ανθρωπος. Καθε προβλημα εχει παραπανω απο μια λυσεις, και απο τις προσφερομενες, μια ειναι η καλυτερη. Και η καλυτερη λυση στη μοναξια που τη βασανιζε εκεινη την περιοδο, μετα τη συναντηση της με το Θανατο, στη μοναξια που την εκανε να παραδιδει τον ελεγχο του εαυτου της σε ψηλα ποτηρια με βοτκα, γρηγορη μουσικη, οσο πιο δυνατη και γρηγορη γινοταν, λυση καλυτερη απο αυτη που ηδη ειχε, τον στοργικο αντρα που λεγανε μαλλον Αντρεα και που την αναζητουσε με ανησυχο υφος αναμεσα σε δεκαδες γνωστα και αγνωστα προσωπα που επιναν και χορευαν ασταματητα, ηταν ο αντρας που λικνιζοταν απαλα σε μια κουνια στη βεραντα, αριστερα της.

Δεν ειμαι μονη.
Μια ματια.
Ενα γνωστο σκοτεινο βλεμμα.
Η κουνια που ταλαντευεται αργα αργα.
Η υγρασια στην ατμοσφαιρα.
Το μυαλο που ειναι πιο αργο απο τα ματια.

‘-Να καθησω?’

Ενα νευμα. Θετικο. Καθησε διπλα του χωρις να την κοιταξει, με το σκοτεινο βλεμμα χαμενο σε ενα σκοτεινο Απειρο.

Για αρκετα λεπτα υπηρχε σιωπη.
Η Αγγελικη φοβαται τη σιωπη, ειτε ειναι μια σιωπη αδεια, ειτε ειναι μια σιωπη γεματη.
Πρεπει να μιλησει.

Με μια γουλια το μισογεματο ποτηρι αδειαζει.
Με μια κινηση παιρνει ενα τσιγαρο αναμεσα στα δυο της δακτυλα.

‘-Δεν ειναι περιεργο που συναντιομαστε παλι μετα απο τοσο καιρο?’

Τα λογια της της φανηκαν ηλιθια για μια στιγμη.

‘-Αγγελικη ετσι? Η δικηγορος που λατρευει το μωβ και δεν γουσταρει τις ψωναρες που πουλανε χαρακτηρα και περιμενουν Νομπελ λογοτεχνιας ε?’

Που το ηξερε αυτο?

Γυρισε και τον κοιταξε με ματια απορημενα. Συνεχιζε να κοιταει το απειρο, μα ειχε σχηματισει και κατι σα χαμογελο με το προσωπο του.

‘-Κι εσυ ο Αλεξανδρος, αν θυμαμαι καλα,’ –το ειπε επιτηδες αυτο, θυμοταν και πολυ καλα μαλιστα-, ‘ο μυστηριωδης συγγραφεας, ο παντα ντυμενος στα μαυρα, που παντα καθεται μονος μακρια απο τον κοσμο οπου κι αν βρισκεται ε?’
Γυρισε το προσωπο του. Ειδε το τσιγαρο, εβγαλε εναν ασημενιο αναπτηρα και της το αναψε. Χαμογελουσε. Ξαφνικα σοβαρεψε.

‘-Λυπαμαι για τον φιλο σου. Ηταν καλο παιδι.’
‘-Ναι... Αυτα εχει η ζωη ομως...’

Ξανα σιωπη. Η Αγγελικη θυμαται σαν τωρα αυτο που εγινε μετα, τοτε. Ο καπνος απο το τσιγαρο που μολις ειχε αναψει πανω στην κουνια, μαζι με το αλκοολ στιγμιαια κλονισαν τις αισθησεις της πιο δυνατα απο οτι περιμενε. Και ηταν εκεινη ακριβως τη στιγμη που ο Αλεξανδρος σηκωθηκε, της απλωσε το χερι και της προτεινε να φυγουν απο το παρτι μαζι. Για καπου αλλου.
Η Αγγελικη εμεινε να τον κοιταει για ενα λεπτο.
Στην Αγγελικη δεν αρεσει να υποτασσεται.

Απλωσε το χερι και ακουμπησε το δικο του.







Ο καφες ειχε κρυωσει, στην κοκκινη κουπα διπλα στο λευκο τριανταφυλλο και το ροζ χαρτι.

Τα δυο ρολογια συνεχιζαν να χτυπανε, σαν συντονισμενα ομως τωρα.

Τικ.
Τακ.

Υπαρχουν αραγε δυο ρολογια που να χτυπανε ετσι συντονισμενα για παντα?


Βλεφαρα κλειστα, μιση στιγμη. Τικ.

Το Ονειρο. Εκεινη. Εκεινος. Δυο ζευγαρια ματια, δυο κοσμοι που χυνονται ο ενας μεσα στον αλλον και κανουν το Ενα, ενας Θηλυκος και ενας Αρσενικος. Και στον Αρσενικο κοσμο ηταν κρυμμενος ενας Αλλος κοσμος, μια σκοτεινη μορφη με μακρια μαλλια που φωναζε ενα ονομα, ενα ακαταληπτο ονομα που εμοιαζε με γυναικειο και απευθυνοταν σε Εκεινον, και μεσα απο τα ματια Εκεινου Εκεινη ειδε φωτα να τρεχουν και να γινονται μια γραμμη σαν φως που ρεει, και ενιωσε το κορμι της να τρεμει και το στομαχι της να ανακατευεται...

Βλεφαρα κλειστα, μιση στιγμη. Τακ.

Η Αγγελικη ειναι ενας πρακτικος ανθρωπος. Καθε προβλημα εχει παραπανω απο μια λυσεις, και απο τις προσφερομενες, μια ειναι η καλυτερη.
Η Αγγελικη δε πιστευει οτι ειναι προληπτικη αλλα φοβαται τη σιωπη, και ειδικα τη σιωπη τη γεματη, και ειδικα τη σιωπη τη γεματη με κακα προαισθηματα.
Η Αγγελικη δεν θελει να υποτασσεται σε ανθρωπους, προαισθηματα η συναισθηματα.

Η Αγγελικη σηκωνεται. Παει στο τηλεφωνο.
‘Πρεπει να βρω τον Αλεξανδρο’

Nuit Etoille iv


“…Still the water runs clear in my mind…”

«-Ειμαστε ενταξει δεσποινις Μελα. Το δωματιο σας ειναι το 411, εκτος οροφος.»
«-Πολυ ομορφα»
«Θα χρειαστειτε βοηθεια με τις αποσκευες?»
«-Οχι, ευχαριστω, δεν ειναι ιδιαιτερα βαριες»
«-Να εχετε μια ευχαριστη διαμονη, οτιδηποτε χρειαστειτε καλεστε το μηδεν απο το δωματιο σας για να συνδεθειτε με τη ρεσεψιον»
«Ειστε πολυ ευγενικος, καλο βραδυ»
«Χαρα μου»

Προχωρησε προς το ασανσερ. Το λομπυ του ξενοδοχειου ηταν αδειο, αν και δεν ηταν τοσο αργα. Κοιταξε το ρολοι, 9:45. Περιμενε λιγα λεπτα μεχρι να κατεβει το ασανσερ χαζευοντας το χωρο γυρω της. Της αρεσε να το κανει αυτο. Ο ευγενικος κυριος που της ειχε δωσει το κλειδι πριν απο λιγο, πληκτρολογουσε ακομα κατι στον υπολογιστη. Υπολογισε την ηλικια του γυρω στα 45, μαλλον τον προδιδαν τα γκριζα μαλλια στους κροταφους. Συγχρονως του εδιναν και μια γοητεια, γιατι ολες οι γυναικες βρισκουν γοητευτικους τους γκριζους κροταφους? Η τηλεοραση ηταν ανοικτη,δεν ειχαν τελειωσει οι ειδησεις ακομα, πολιτικοι σε παραθυρα διαπληκτιζονταν, με εντονο υφος…
Χαμογελασε. Δεν ειχαν αλλαξει πολλα πραγματα τελικα.

Μπηκε στο ασανσερ.

411. Ανοιξε την πορτα, και εψαξε την ειδικη υποδοχη για την καρτα.

Φως.

Εβγαλε το τζιν μπουφαν της. Αφησε τη μικρη βαλιτσα της κατω, διπλα στο μεγαλο κρεβατι και το μαλλινο τσαντακι της στο κομοδινο. Εριξε μια ματια στο μπανιο, στις ντουλαπες. Βγηκε στο μπαλκονι.

‘Ομορφα, πολυ ομορφα’

Αθηνα... Αφησε το βλεμμα της να γυρισει σε ολο το οπτικο της πεδιο, Λυκαβηττος, Παρθενωνας. Πολυχρωμα φωτα σε ολα τα μπαλκονια, τα σπιτια στολισμενα για τα Χριστουγεννα...Αυτοκινητα, παντου, Παρασκευη βραδυ αλλωστε, ο κοσμος εβγαινε να διασκεδασει.
‘Τι ομορφα που ειναι... Μου ειχε λειψει η Αθηνα, το σπιτι μου...’
4 χρονια.
Η καρδια της σφιχτηκε λιγο, ειναι πολυς ο καιρος.
Οχι τωρα ομως, δεν ηρθε γι αυτο.
Ανατριχιασε, κρυωνε. Μπηκε μεσα, καθισε στο κρεβατι. Απλωσε το χερι στην τσεπη του μπουφαν, εβγαλε το πορτοφολι της.
Μια φωτογραφια. Εκεινη και ο Αλεξανδρος.
Δυο χαμογελα πανω σ ενα κρεβατι. Εκεινος, στα μαυρα, μαυρο ζιβαγκο, μαυρο παντελονι , με καστανα κοντα μαλλια... Αυτα τα καταμαυρα ματια...Εκεινη, φοραγε ενα μπορντω πουλοβερ, τα αγαπημενα της τοτε πρασινα κοκκαλινα γυαλια, τα μαλλια λυτα, μακρια ,σκουρα καστανα...

Θυμοταν τη στιγμη σαν να ηταν πριν απο ενα λεπτο.

4 χρονια.

Στο σπιτι της, στο δωματιο της, εκεινος στο κρεβατι, εκεινη στο γραφειο.
‘-Δεν εχουμε βγαλει μια φωτογραφια μαζι το ξερεις?’
‘-Δεν χανουμε και τιποτα...’
‘-Ελα ρε Λενακι μου, πρεπει να το κανουμε θεμα κι αυτο? Τι ζητησα? Θα την παρω εγω, να μη την βλεπεις. Ελα...’
Ειχε ρυθμισει τη φωτογραφικη, ετρεξε διπλα του, την ειχε παρει αγκαλια, ετρεμε το κορμι της, το θυμαται σαν τωρα...
Φλας.
‘-Αυτο ηταν, επαθες τιποτα?’
‘-Τι καταλαβες τωρα?’
‘-Σταματα να γκρινιαζεις καρδια μου και φιλησε με’
Φιλι.
Χαδι.
Ερωτας.

Ξαπλωσε πισω στο κρεβατι. Ειχε περασει πολυς καιρος.
Ειχε τολμησει τελικα, παραμεριζοντας τους φοβους της.
Και εκεινον.

‘-Το ονειρο ζηταει πολλα, συγνωμη’

Και μετα ειχε φυγει. Δεν ειχαν ξαναμιλησει, δεν την αφησε να του πει αντιο, το βλεμμα του μονο θυμαται, αυτο το σκοτεινο βλεμμα, που τοσο αγαπουσε και τοσο φοβοταν.
Ειχε δυναμη και μελαγχολια σε αυτο το βλεμμα, και ωρες ωρες τοση αγαπη που την τρομαζε. Αγαπη που τη βαραινε σαν ευθυνη αν και εκεινος δεν ζητησε ποτε τιποτα για ανταλλαγμα... Ηθελε να ειναι παντα τελεια μπροστα του, μαλλον δεν το ηθελε, απλα ετσι ενιωθε οτι επρεπε να γινει...

Ξανακοιταξε τη φωτογραφια... Ειχε περασει πολυς καιρος πραγματικα... Θα μπορουσε να περιμενει αλλη μια νυχτα μεχρι να τον ξαναδει, δεν εκανε τοσο δρομο αδικα απο τη Ν.Υορκη, γι’αυτον ειχε ερθει, για να κλεισει εναν κυκλο, 4 χρονια μετα.
Σηκωθηκε.
Κοιταξε εξω.
Μια νυχτα γεματη αστερια...

Nuit Etoille iii


‘...Καθε μερα που τελειωνει βλεπω τον ουρανο να εχει παρει φωτια… Ειναι ειρωνικο που το λαμπροτερο θεαμα του ο ηλιος το δινει οταν δυει, σαν παρηγορια για τη νυχτα που ερχεται και ελπιδα οτι η μερα θα ξαναρθει… Σκεφτομαι πως καπως ετσι ειναι και οι μεγαλοι ερωτες, τελειωνουν με φοντο εναν ματωμενο ουρανο, σε συννεφα που μοιαζουν να εχουν παρει φωτια, και εναν ηλιο που στο τερμα του οριζοντα βυθιζεται για να φωτισει αλλων τα ονειρα, και το μονο που μενει ειναι ενα μονοπατι πανω στη θαλασσα της ψυχης σου που θα ηθελες να οδηγει ξανα εκει… Και εσυ μενεις μονος, μονος σε ενα κοσμο γεματο ανθρωπους που δεν νιωθουν οτι για σενα η μονη παρηγορια ειναι οταν ερχεται η νυχτα να κοιμασαι και να ονειρευεσαι εκεινη να χαμογελαει, και οτι ελπιδα δεν εχεις, γιατι καθε φορα ξυπνας…’


Ανοιχτος δρομος. Ευθεια. Μια αισθηση σαν γαργαλητο στο δεξι ποδι.Μια ματια στον καθρεφτη. Κανεις πισω. Κανεις μπροστα.
Παλι μονος.
Ανεπαισθητη η κινηση του δεξιου ποδιου.

Κοντερ στα 110.
Παλι το ιδιο συναισθημα ασφυξιας. Οι κλειστοφοβικες τασεις που τον κυνηγουσαν σαν Ερινυες καθε φορα που ενιωθε εστω και για μια στιγμη ικανοποιημενος με τη ζωη του, με τον εαυτο του.

Κοντερ στα 140.

Θυμηθηκε.
Ειχε ξαπλωσει στην πολυθρονα του, μπροστα απο την οθονη του υπολογιστη. Ειχε μολις μπει στο τελευταιο κεφαλαιο του νεου του βιβλιου. Ειχε χαμογελασει. Ειχε κοιταξει το ρολοι. Η Αγγελικη δεν θα αργουσε πολυ. Ειχε κλεισει τα ματια. Ηταν αναλαφρος. Ηταν ευτυχισμενος.

Κοντερ στα 170.

‘Εξομολογησου’
‘Εξομολογηση γινεται οταν αμαρτησει καποιος. Ποιο ηταν το αμαρτημα μου?’
‘Δεν ξερεις?’
‘Ειμαι ευτυχισμενος, ειμαι γεματος’
‘Λες ψεματα,δεν εισαι ευτυχισμενος οταν δεν εισαι γεματος’
‘Ποιος εισαι εσυ να με κρινεις?’
‘Ο ιδιος σου ο εαυτος’

Θυμηθηκε.
Ηταν 9.15. Ειχε σηκωθει. Κοιταζε το σπιτι του, παντου η παρουσια της Αγγελικης του, το γουστο της, οτι αγαπουσε στη ζωη της ηταν αποτυπωμενο σε καθε γωνια του χωρου τους. Φως, ζεστασια, στοργη. Αγαπουσε αυτο το χωρο.

Φοβος. Τα χερια παγωμενα, ιδρωμενα, πανω στο τιμονι. Ενταση.
Κοντερ στα 200.

‘Απο ποιον θες να ξεφυγεις’
‘Απο εσενα’
‘Δεν μπορεις να ξεφυγεις απο τον εαυτο σου’’
‘Σταματα, θελω να φυγω, απο ολους, απο ολα’
‘Τρεχα οσο θες, σ εκεινη θα καταληξεις παλι. Δεν εισαι γεματος’

Θυμηθηκε.
Το βλεμμα του ειχε σταματησει σε μια γωνια του καθιστικου. Παγωσε.
Nuit etoille. Το αντιγραφο του πινακα του Van Gogh που κοσμουσε το καθιστικο, αυτο που μισουσε και φοβοταν η Αγγελικη. Η πορτα απο την οποια ξεπηδησαν οι Ερινυες του. Αστρα που ρεουν, ενα με τη γη,με εκεινο το σκοτεινο δεντρο, πυργο, φωτια. Το δωρο της Αλλης.

Αδρεναλινη. Οργη.
Κοντερ στα 230.

‘Αμαρτησες’
‘Τι εκανα? Γιατι δεν με αφηνεις ησυχο?’
‘Την σκεφτεσαι, ξανα, ξανα, ξανα..........ΞΑΝΑ..........’
‘Λες ψεματα, δεν ειναι εκεινη, ειμαι ευτυχισμενος αλλου’
‘Δεν εισαι γεματος’

Θυμηθηκε.
Ειχε μεινει ασαλευτος, με τα ματια του καρφωμενα στον πινακα. Μεσα σε μια στιγμη, εικονες, συναισθηματα, αστραπες που τον τυφλωσαν. Σαν σημερα ειχε χασει Εκεινη... Ενιωθε τις ακρες των δαχτυλων του να τρεμουν. Το στηθος του να βαραινει. Ενιωθε τους τοιχους να γερνουν προς τα πανω του, παλι. Ολη αυτη η ζεστασια ειχε γινει μεγγενη και τον εσφιγγε, επρεπε να φυγει, να φυγει...

Τα φωτα περνανε σαν μια γραμμη μπροστα απο τα ματια του. Το αυτοκινητο τρεμει.Το κορμι του τρεμει. Ριγος. Ερχεται και φευγει σαν κυμα, σαν ανεμος.
Ιδρωτας τρεχει απο το μετωπο του, το αυτοκινητο σκιζει τη νυχτα με ιλιγγιωδη ταχυτητα. Γιατι του φαινεται πως κινειται απελπιστικα αργα?
Πρεπει να ξεφυγει.

Στροφες, κλειστες, αποτομες. Το κεφαλι του παει να σπασει, το σωμα του ειναι ετοιμο να εκραγει.Το βλεμμα του απολυτο, παγωμενο. Η ψυχη του φλεγεται.

‘Θελω γαληνη’
‘Ποιον κοροιδευεις? Εχεις γαληνη’
‘Εχω τα παντα, η γαληνη μου ειναι αλλου ομως’
‘Δεν εισαι ευτυχισμενος’
‘Δεν ειμαι ευτυχισμενος’

Κοντερ στα 270, η βελονα κολλημενη στο κοκκινο.

Κι ομως.
Πληρης ησυχια, πληρης ακινησια.Ο δρομος χαθηκε, τα φωτα εγιναν αστερια που ρεουν.Εμεινε μονο το προσωπο της Αλλης, το βλεμμα της, φοβαται να πει το ονομα της, το ονομα της που ουρλιαζει μεσα του, το ακουει ξανα και ξανα, μαζι με εκεινα τα λογια...

‘-Γιατι φοβασαι να αφεθεις στο ονειρο?’
‘-Το ονειρο ζηταει πολλα’

Nuit Etoille ii


Quite emotional now....”


Ανοιξε τα ματια της, πηρε βαθια ανασα. Το αεροπλανο ειχε απογειωθει οσο ομαλα γινοταν. Χαζεψε το χωρο γυρω της, ανθρωποι γελαστοι, αγχωμενοι, ανακουφισμενοι. Μπορουσε να ακουσει το ζευγαρι μπροστα της να λενε γλυκολογα ο ενας στον αλλον. Στο βαθος του διαδρομου δυο αεροσυνοδοι μιλουσαν χαμηλοφωνα, χαμογελαγαν μαλλον με καποιον γραφικο επιβατη, παντα βρισκονται τετοιοι σε καθε πτηση. Διπλα της, στα αριστερα της, καθοταν μια μεσοκοπη κυρια, γυρω στα πενηντα πεντε, κοιταζοταν μεσα σε ενα καθρεφτακι, διορθωνοντας την αψογη φαινομενικα κουπ της με μια απαλη κινηση του χεριου. ‘Ομορφη γυναικα’ σκεφτηκε μεσα της και μαλλον αυτο σκεφτοταν και η κυρια,καμαρωνοντας την εντονη αποχρωση του κοκκινου που ειχε πετυχει η κομμωτρια, αποχρωση ικανη να αποσπασει την προσοχη απο τις εντονες ρυτιδες στα ματια και στο μετωπο, -ανεπιθυμητο δωρο του Χρονου-, αυτο τουλαχιστον εδειχνε το αυταρεσκο χαμογελο της. Μια απο τις δυο αεροσυνοδους, ρωτουσε τωρα το ζευγαρι μπροστα τους αν θελουν κατι, με ευγενεια καθολου προσποιητη, ταιριαστη με το αρχοντικο παρουσιαστικο της,-εικοσαχρονη,πανυψηλη, με καστανοξανθα μακρια ως τη μεση μαλλια πιασμενα με μια κοκκινη κορδελα,καταπρασινα ματια στο χρωμα του σμαραγδιου, τελεια οδοντοστοιχια-. Φτανοντας στην κυρια διπλα της, η νεαρη αεροσυνοδος φορεσε το πιο ομορφο χαμογελο της σκυβοντας ελαφρα απο πανω τους, απευθυνομενη και στις δυο.

«-Καλημερα σας, ειναι ολα ενταξει; Θα παρετε κατι?»
«-Οχι ακομα καλη μου σε ευχαριστω πολυ» Η κυρια εφερε το χερι στο στηθος ,«Τι καιρος προβλεπεται σημερα καλη μου?»
«-Θα εχουμε ενα ησυχο ταξιδι, ο καιρος θα ειναι αψογος, οτιδηποτε χρειαστειτε μπορειτε να με ειδοποιησετε» Στραφηκε προς την κοπελα,το χαμογελο ακομα εκει, λαμπρο και ειλικρινες. «Εσεις δεσποινις, θα παρετε κατι?»

Μια σκεψη:
‘Πρεπει να ναι κουραστικο να εισαι τοσο τελεια’

Μια απαντηση:
«-Ενα ποτηρι νερο αν ειναι ευκολο παρακαλω»

Ενα χαμογελο.
«-Αμεσως, να εχετε μια ομορφη πτηση.»
Μια ομορφη πτηση... ‘Το να πετας ειναι παντα ομορφο’ σκεφτηκε, ‘Στην προσγειωση χαλανε τα πραγματα...’

Τη σκεψη της εκοψε η κυρια στα αριστερα.
«-Παντα ευγενικες οι κοπελες αυτης της εταιριας, εχουν γινει βηματα μπροστα, οχι οπως παλια... Αλλα τι σου λεω, φαινεσαι πολυ μικρη για να ξερεις, ποσο εισαι καλη μου? Εικοσι? Εικοσπεντε? Ελληνιδα ε? Σε καταλαβα εγω....»

Χαμογελασε με καποια αμηχανια, δεν προλαβε να απαντησει ομως.
«-Ολη τη ζωη μπροστα σου την εχεις, να μην αγχωνεσαι για την ηλικια σου, εχεις καιρο ακομα, δες κι εμας... Στην Αθηνα για δουλειες? Ελπιζω για διασκεδαση...Ειναι μικρη η ζωη για σκοτουρες...»
«-Θα δειξει, δεν ξερω ακομα...» ηταν η μονη αντισταση που καταφερε να προβαλλει στο χειμαρρωδη λογο που ακολουθησε απο την συμπαθεστατη συνταξιδιωτισσα, το μυαλο της ηταν ομως ηδη στον προορισμο της. Ουτε δουλειες ουτε διασκεδαση. Ενα χρεος στον εαυτο της... Το κλεισιμο ενος κυκλου...

Εδειξε οσο κουρασμενη χρειαζοταν για να χασει την ορεξη της η κα Νικη, ετσι λεγοταν η στυλατη κυρια με το κοκκινο μαλλι διπλα της, εβγαλε το cd player απο το μαυρο μαλλινο τσαντακι της και ξαπλωσε πισω στο καθισμα της.
Χαμογελασε.
‘Ερχομαι....’
........«-Ο κυβερνητης και το πληρωμα της πτησης  απο Ν.Υορκη με τελικο προορισμο την Αθηνα, σας ευχονται ενα καλο και ανετο ταξιδι, το πληρωμα ειναι στη διαθεση σας για οτιδηποτε χρειαστειτε, ευχαριστουμε........» 







“….Does it have to be so cold…?”


«-Μωρο μου? Γυρισα... Εισαι εδω?»
Δεν ηρθε απαντηση.
‘Που να ειναι?’
Προχωρησε γρηγορα προς την κουζινα, αναβοντας τα φωτα και κοιταζοντας γυρω. Το ρολοι εδειχνε 10:30. Αφησε την τσαντα της στο τραπεζι, εβγαλε το παλτο της και το ακουμπησε στην καρεκλα.
Ετρεξε στο υπνοδωματιο, βγαζοντας βιαστικα και πετωντας στο διαδρομο τις γοβες της, ξεκουμπωνοντας παραλληλα το λευκο πουκαμισο που φορουσε.
Γδυθηκε.
Σταθηκε ορθια μπροστα στον μεγαλο καθρεφτη απεναντι απο το κρεβατι. Μαυρο παπλωμα, μαυρα σεντονια, «Το φετιχ μου», ετσι της ειχε πει. Μονο σε αυτο ειχε προβαλλει απαιτηση οταν αποφασισαν να μεινουν μαζι μετα απο 3 χρονια σχεσης. Σε αυτο και στο γραφειο του, ηθελε να ειναι αυστηρα προσωπικο, κοινως, εκεινη δεν επρεπε να αγγιξει τιποτα...Ναι, ηταν και ο πινακας στο σαλονι...

«-Δεν καταλαβαινω τι μυστικα μπορει να κρυβεις εκει, αλλα αν μου το ζητησεις θα το σεβαστω»
«-Στο ζηταω Αγγελικη»
«-...............Ο,τι θες»
«-Θελω εσενα»

Στεκοταν ορθια μπροστα στο μεγαλο καθρεφτη απεναντι απο το κρεβατι. Κοιταζοντας το γυμνο ειδωλο της. Το βλεμμα της κινηθηκε απο τα μαυρα ισια μαλλια της, στις λεπτομερειες του προσωπου της.
Μελια ματια.
Λεπτα χειλη.
Μικρη μυτη, ελαφρως ανασηκωμενη.
Κοκκινα μαγουλα.
‘Ειμαι ομορφη αραγε;’

«-Με βρισκεις ομορφη?
«-Μη ρωτας αηδιες.»
«-Απαντησε μου, δεν ειναι αστειο...»
«-Ελα δω... Κοιταξε μεσα στα ματια μου, τι βλεπεις?»
«-Τι να δω, δυο ματια....»
«-Ελα, κοιταξε καλυτερα»
«Βλεπω...εμενα...»
«Λενε πως τα ματια ειναι ο καθρεφτης της ψυχης... Μολις ειδες το πιο ομορφο κομματι της δικης μου»

Το πιο ομορφο κομματι...Το χερι της αγγιξε το λαιμο της, απαλα. Ανατριχιασε. Ενιωσε ενα ριγος στο στηθος της. Πηρε βαθια ανασα. Το χερι της κατεβηκε στον οφαλο της και σταθηκε εκει. Το βλεμμα της ομως συνεχισε, στο εφηβαιο, στα γονατα, στα δαχτυλα του ποδιου της...Μετα η αντιστροφη πορεια... Εμοιαζε σαν να προσπαθουσε να επικοινωνησει με το σωμα της, μεσω του ειδωλου της. Επρεπε να το ξαναγνωρισει,ειχε αλλαξει, δεν ηταν μονο δικο της πια...
Το χερι της βρισκοταν ακομα στην κοιλια της.

«-Πειτε μου γιατρε, υπαρχει κατι το ανησυχητικο?»
«-Τιποτα το ιδιαιτερως ανησυχητικο, εξοδα μονο δειχνουν οι εξετασεις»
«-Εξοδα....?Τι....? Τι εννοειτε....?»
«-Για το παιδικο δωματιο»

Χαμογελασε.